Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

 

Σε ατομική επιχείρηση επιβλήθηκε πρόστιμο 40.000 ευρώ περίπου για 4 υπαλλήλους οι οποίοι δεν ήταν δηλωμένοι στον πίνακα προσωπικού κατά την ημέρα του

ελέγχου.

Ο εργοδότης δεν προσέφυγε ως όφειλε, εμπρόθεσμα ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου με προσφυγή λόγω σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε

εκείνη την περίοδο.

Ο εργοδότης απασχολούσε στην επιχείρησή του μόνιμα από 2-4 άτομα προσωπικό. Η επιχείρηση παρουσίαζε ζημία τα τελευταία έτη, αλλά ο ίδιος διέθετε σημαντική

ακίνητη περιουσία και εισόδημα εξ αυτής ύψους 2.100 ευρώ.

Το ΚΕΑΟ είχε προχωρήσει σε εντολή κατάσχεσης της περιουσίας του εργοδότη για την είσπραξη του προστίμου που με τις προσαυξήσεις άγγιζε τις 40.000 ευρώ και ο

εργοδότης κατέβαλε τμηματικά πριν την άσκηση της εκπρόθεσμης προσφυγής το ποσό των 14.000 ευρώ.

Η προσφυγή κατά του προστίμου της αδήλωτης εργασίας κατατέθηκε τελικά 1 ½ χρόνο μετά την επιβολή του, γεγονός που έκανε εξαιρετικά δύσκολη την πιθανότητα

να γίνει δεκτή τόσο η προσφυγή όσο και η αναστολή που ήταν το επείγον της υπόθεσης.

Βασικό επιχείρημα για την αποδοχή της αίτησης αναστολής ήταν ότι έχει ήδη πληρωθεί ένα μεγάλο μέρος του προστίμου ήτοι ποσό 14.000 ευρώ.

 

Το δικάσαν την αναστολή δικαστήριο έλαβε υπ’όψιν του και έκανε δεκτούς τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας που επικαλέστηκε ο εργοδότης και εν συνεχεία

εξέτασε το αίτημα της αναστολής.

Δέχτηκε η δικαστική απόφαση ότι όλο το εισόδημα του εργοδότη προέρχεται από την ακίνητη περιουσία του και διατίθεται για την κάλυψη τόσο των προσωπικών του

αναγκών όσο και για την λειτουργία της επιχείρησης και την πληρωμή των υπαλλήλων που απασχολούνται σε αυτό.

Το γεγονός ότι η προσφυγή και η αίτηση αναστολής ασκήθηκαν ενάμιση χρόνο μετά τον έλεγχο και ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, καταβλήθηκε ποσό 14.000

ευρώ, δεν επηρέασε αρνητικά την έκβαση της υπόθεσης. Ούτε το γεγονός ότι υπήρχε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Αντιθέτως το δικάσαν διοικητικό δικαστήριο θεώρησε

ότι ικανοποιήθηκε εν μέρει το δημόσιο με την είσπραξη των 14.000 ευρώ. Από την άλλη έκρινε ότι η καταβολή και του υπόλοιπου ποσού του προστίμου δεν ήταν

δυνατή για τον εργοδότη χωρίς να στερηθεί ο ίδιος τα μέσα βιοπορισμού του και συνεπώς χωρίς να υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη.

 

Με το σκεπτικό αυτό δέχθηκε να ανασταλεί κάθε εκτελεστική διαδικασία όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό του προστίμου 24.000 ευρώ περίπου μέχρι την έκδοση

οριστικής απόφασης επί της προσφυγής.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Δεκτή έγινε αγωγή κατά ασφαλιστικής εταιρείας σχετικά με τον τραυματισμό μοτοσικλετιστή από διερχόμενο αυτοκίνητο που παραβίασε την πινακίδα ΣΤΟΠ που είχε στην πορεία του. Ο μοτοσικλετιστής

που φορούσε κράνος και εκινείτο σύννομα και με χαμηλή ταχύτητα, τραυματίστηκε και στα δύο άνω άκρα με αποτέλεσμα να είναι ανίκανος προς εργασία για διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών.

Η εργασία του μοτοσικλετιστή ήταν σερβιτόρος σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων την καλοκαιρινή σεζόν και σε ταβέρνα με μερική απασχόληση τους υπόλοιπους μήνες.

Από την εργασία του αυτή εκτός από τους μισθούς του, αποκέρδαινε και φιλοδωρήματα, που αύξαναν σημαντικά τα εισοδήματά του, χωρίς όμως αυτά να αποδεικνύονται.

Ο τραυματισμός στα δύο άνω άκρα του, στέρησε από τον ενάγοντα την δυνατότητα να εργαστεί στην ταβέρνα για ένα μήνα τουλάχιστον και για έναν ακόμα μήνα στο πεντάστερο ξενοδοχείο που κατά

την συνήθη πορεία των πραγμάτων όπως και τα δύο προηγούμενα έτη θα προσλαμβανόταν με 8ώρη καθημερινή απασχόληση.

Τελικά μετά από μερική αποκατάσταση της υγείας του και προκειμένου να μην χάσει τελείως την σεζόν αλλά κυρίως τις διασυνδέσεις του με τους εργοδότες του ξενοδοχείου και μείνει άνεργος,

προσελήφθη ένα μήνα μετά την έναρξη της τουριστικής σεζόν με πλήρες ωράριο από το ξενοδοχείο.

Επειδή όμως το επάγγελμα του σερβιτόρου είναι απαιτητικό, καταπονεί συνεχώς τα χέρια και έχει ορθοστασία για πολλές ώρες, η κατάσταση της υγείας των χεριών του ενάγοντος παρουσίασε

επιδείνωση με αποτέλεσμα να χρειαστεί να μειώσει τις ώρες εργασίας του από 8 (στην πραγματικότητα 10) σε 4 ώρες την ημέρα. Το γεγονός αυτό, εκτός από την μείωση του σταθερού μισθού του

προκάλεσε και μείωση των φιλοδωρημάτων που λάμβανε από τους πελάτες του ξενοδοχείου.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκανε δεκτά στο μεγαλύτερο μέρος τους το δικάσαν δικαστήριο που επιδίκασε για διαφυγόντα κέρδη στον ενάγοντα σχεδόν 6000 ευρώ από τα 8.000 που αιτήθηκε με

την αγωγή του. Στα ποσά αυτά συμπεριλαμβάνονταν και τα φιλοδωρήματα, που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ελάμβανε ο ενάγων κατά την εργασία του και του τα επιδίκασε.

Επίσης το δικαστήριο δέχθηκε και του επιδίκασε αποζημίωση για τις υπηρεσίες της μητέρας του προς αυτόν καθ’όλο το διάστημα που ήταν ανίκανος να αυτοεξυπηρετείται, ποσού 300 ευρώ μηνιαίως και

επίσης επιπλέον κονδύλιο για λήψη βελτιωμένης διατροφής ποσού 5 ευρώ το μήνα για ενάμιση περίπου μήνα.

Τα ποσά αυτά επιδικάζονται μόνο εφόσον αιτηθούν με δικόγραφο αγωγής και με σωστή διατύπωση ώστε να είναι ορισμένα και σαφή. Διαφορετικά το δικαστήριο τα απορρίπτει και δεν προχωρεί στην

επιδίκαση τους.

Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναγνώρισε την αποκλειστική υπαιτιότητα του ζημιογόνου οχήματος που ήταν ασφαλισμένο σε αυτήν, πρότεινε εξωδικαστική

αποζημίωση ποσού 8.000 ευρώ. Με την αγωγή που άσκησε ο παθών κέρδισε τελικά το ποσό των 18.000 ευρώ, ενώ 8.000 ευρώ του επιδικάσθηκαν μόνο για την ηθική του βλάβη.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

 
 Γράφει η δικηγόρος Αναστασία Μήλιου*
 
Τα δικαστήρια αναγνωρίζοντας το παράνομο και κατάφωρα αντισυνταγματικό τρόπο που το ΙΚΑ χειρίζεται τις οφειλές των ασφαλισμένων του προς αυτό, παρακάμπτοντας την νόμιμη διαδικασία, η οποία επιβάλει να εξετάζεται πρώτα επί της ουσίας η παράβαση και η επιβολή οποιουδήποτε προστίμου και εν συνεχεία να προχωρεί το Ταμείο στην βεβαίωση της οφειλής και την διαδικασία είσπραξης του προστίμου, με κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών, συντάξεων κ.τ.λ., αναστέλλουν πλήρως οποιαδήποτε ενέργεια κατάσχεσης, μέχρι την οριστική κρίση επί της ουσίας της παράβασης. 
Στην κάτωθι περίπτωση το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με απόφαση επί αίτησης αναστολής, ομόρρυθμης εταιρείας, εις βάρος της οποίας είχε καταλογιστεί πρόστιμο για αδήλωτη εργασία υπαλλήλου και επισπεύτηκε σε βάρος της  εταιρείας αλλά και των ομόρρυθμων εταίρων προσωπικά αναγκαστική κατάσχεση, εις χείρας όλων των τραπεζών στις οποίες μπορεί να είχε τραπεζικούς λογαριασμούς για όλο το ποσό της οφειλής, ανάστειλε την διαδικασία δέσμευσης των χρημάτων αυτών των τραπεζικών λογαριασμών. 
Η ομόρρυθμη εταιρεία άσκηση κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης ανακοπή και αίτηση αναστολής επί της ανακοπής, η οποία αναστολή έγινε δεκτή με το εξής σκεπτικό: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, …(κ.τλ.) ενώ το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή την τροποποίησή της. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη. 
Η πράξη βεβαίωσης οφειλής συντάσσεται τον επόμενο μήνα λήξης της εμπροθέσμου καταβολής των ασφαλιστικών οφειλών και σε κάθε περίπτωση μέχρι έξι (6) μήνες από την ημέρα που οι ασφαλιστικές οφειλές κατέστησαν καθυστερούμενες. Ο οφειλέτης ενημερώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο για την οφειλή του και την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, β) εντός μηνός από την έκδοση του εκτελεστού τίτλου αποστέλλεται ατομική ειδοποίηση και τάσσεται προθεσμία είκοσι (20) ημερών εντός της οποίας καλείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει, γ) μετά την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας ο εκτελεστός τίτλος διαβιβάζεται στα κατά τόπο αρμόδια όργανα για εκτέλεση σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, ως ισχύει, δ) μετά τη διαβίβαση στο Κ.Ε.Α.Ο. των ληξιπροθέσμων οφειλών κάθε είδους διοικητική ή δικαστική αμφισβήτηση που ασκείται ενώπιον των οικείων Ασφαλιστικών Οργανισμών ή Δικαστηρίων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. 
Η άσκηση ένστασης ενώπιον της Τ.Δ.Ε. από τον οφειλέτη του Ι.Κ.Α. κατά καταλογιστικών πράξεων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη των σχετικών οφειλών. Ωστόσο, όπως έχει κριθεί σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί της ενδικοφανούς προσφυγής, ερμηνευόμενων υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας (βλ. και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ένστασης, όπως και στην περίπτωση που, μετά την άσκηση ένστασης από τον οφειλέτη του ΙΚΑ κατά καταλογιστικών πράξεων, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η διοικητική διαδικασία, είτε με την έκδοση απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.), επί της κατά τα ανωτέρω ένστασης, είτε με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας οφείλει να αποφανθεί η Τ.Δ.Ε., δεν αναστέλλεται μεν, η εγγραφή του οφειλέτη του ΙΚΑ στην κατάσταση οφειλετών του Ιδρύματος, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο υπό ευρεία έννοια για τη βεβαίωση και είσπραξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, είναι, όμως, ανεπίτρεπτη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ταμειακή βεβαίωση της σχετικής οφειλής, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο υπό στενή έννοια για την είσπραξη των εν λόγω απαιτήσεων (βλ. ΣτΕ 1825/2010, 1760, 3328/2008, 2982/2007 επταμ.). Επομένως, υπό το φως των ως άνω διατάξεων (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ), είναι, και υπό το νυν ισχύον καθεστώς του άρθρου 101 του Ν.4172/2013, ανεπίτρεπτη η ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ από καθυστερούμενες οφειλές κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ένστασης κατά καταλογιστικών πράξεων ή όταν, μετά την άσκηση ένστασης από τον οφειλέτη του ΙΚΑ κατά των πράξεων αυτών, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η διοικητική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση από τακτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμόδια όργανα του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Εύοσμου για τη χρονική περίοδο από Νοέμβριο 2011 έως Νοέμβριο 2015 διαπιστώθηκαν διαφορές ως προς την ασφάλιση του προσωπικού της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να εκδοθούν Π.Ε.Π.Ε.Ε., με τις οποίες καταλογίσθηκαν σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας εισφορές και πρόσθετες επιβαρύνσεις εισφορών για την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζομένων της επιχείρησης, οι οποίες της επιδόθηκαν στις 11-2-2016. Κατόπιν σχετικής καταγγελίας εργαζομένου και για την ασφαλιστική του τακτοποίηση εκδόθηκαν κι άλλες Π.Ε.Π.Ε.Ε.  επί των οποίων η αιτούσα άσκησε την 504/59/10-3-2016 ένσταση ενώπιον της Τ.Δ.Ε. του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Εύοσμου.
 Εν τω μεταξύ, με πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Διευθυντή του Κ.Ε.Α.Ε.Ο Θεσσαλονίκης βεβαιώθηκε ταμειακά, η οφειλή στην εταιρεία. Ακολούθως, ο ίδιος ως άνω Διευθυντής εξέδωσε πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης αντίστοιχα, κατά της εταιρίας και κατά των ομόρρυθμων μελών αυτής, εις χείρας όλων των τραπεζών, προερχόμενης από τις ίδιες ως άνω καταλογιστικές πράξεις. 
Κατά των ανωτέρω πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και πράξεων αναγκαστικής κατάσχεσης η  εταιρία και οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής άσκησαν ανακοπή, για τη συζήτηση της οποίας δεν έχει ακόμη ορισθεί δικάσιμος και, ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, ζητούν την αναστολή εκτέλεσής τους, προβάλλοντας κατ' αρχάς ότι οι λόγοι της ανακοπής είναι προδήλως βάσιμοι. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι δεν έλαβαν ατομική ειδοποίηση των προαναφερόμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών τους που βεβαιώθηκαν στο Κ.Ε.Α.Ο. Θεσσαλονίκης και ότι έλαβαν γνώση περί της εν λόγω βεβαίωσης όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν επιβληθεί οι επίμαχες ως άνω κατασχέσεις εις χείρας της Τράπεζας Πειραιώς, όπου η αιτούσα εταιρία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό για την εξυπηρέτηση των οικονομικών συναλλαγών της επιχείρησης και την εξόφληση των οφειλών της προς το Δημόσιο και το προσωπικό της. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης πάσχουν, καθόσον εκδόθηκαν, ενώ δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία οριστικοποίησης των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, δοθέντος ότι είχαν ασκηθεί εμπροθέσμως ενστάσεις στην Τ.Δ.Ε. κατά των Π.Ε.Π.Ε.Ε., οι δε ταμειακές βεβαιώσεις έλαβαν χώρα την ίδια ημερομηνία με αυτή της άσκησης των ενστάσεών τους. Για τον ίδιο λόγο είναι μη νόμιμες και οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης. Εξ άλλου, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης είναι παράνομες και για το λόγο ότι δεν τους κοινοποιήθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης, ούτε τους εστάλη ατομική ειδοποίηση χρεών, με αποτέλεσμα να απωλέσουν ένα στάδιο δικαστικής προστασίας. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι μη νομίμως εκδόθηκαν οι καταλογιστικές πράξεις του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ ΕΤΑΜ σε βάρος της αιτούσας εταιρίας, αμφισβητώντας τα πορίσματα του τακτικού ελέγχου και ελέγχου που διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας εργαζομένου της επιχείρησης, προβάλλοντας ουσιαστικούς ισχυρισμούς, επικαλούνται δε και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους των ελεγκτικών οργάνων του ΙΚΑ, ενώ ισχυρίζονται ότι κατά παράβαση της διαδικασίας δεν συνετάγη έκθεση επιτόπιου ελέγχου. Εξ άλλου, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η άμεση εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων τους επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη, συνιστάμενη στη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησής τους από τη λήψη αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη της οφειλής, αλλά και στη λήψη μέτρων σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων ατομικά. Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποστηρίζει ότι η προθεσμία και ή άσκηση ένστασης κατά των σχετικών καταλογιστικών πράξεων ενώπιον της Τ.Δ.Ε. δεν αποτελεί λόγο αναστολής σύνταξης των οικείων ταμειακών βεβαιώσεων και ότι η αιτούσα εταιρία έλαβε ηλεκτρονικά ατομική ειδοποίηση, που εκδόθηκε μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του ΙΚΑ, που αναρτήθηκε στο λογαριασμό που τηρεί αυτή.
Με τα ανωτέρω δεδομένα, λαμβάνεται ιδίως υπόψη ότι: α) η ταμειακή βεβαίωση, η οποία αποτελεί την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ιδιώτη, μπορεί, να ανασταλεί αυτή καθ' εαυτή από το δικαστήριο, που δικάζει σχετική αίτηση αναστολής όταν εκτιμάται ότι το κύριο ένδικο βοήθημα της ανακοπής κατά αυτής είναι προδήλως βάσιμο, περίπτωση δε πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ένδικου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας β) δεν είναι επιτρεπτή η ταμειακή βεβαίωση του χρέους προερχόμενου από καταλογιστική πράξη του οργάνου του ΙΚΑ, κατά του οποίου προβλέπεται η άσκηση ένστασης ενώπιον της Τ.Δ.Ε., για όσο χρόνου διαρκεί η προθεσμία άσκησης της ένστασης και μέχρι να εκδικασθεί αυτή από την Τ.Δ.Ε. ή να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την έκδοση σχετικής απόφασης, γ) εν προκειμένω, οι Π.Ε.Ε., οι Π.Ε.Π.Ε.Ε. και η Π.Ε.Π.Α.Ε. σε βάρος της αιτούσας εταιρίας προσβλήθηκαν εμπροθέσμως με ενστάσεις που άσκησε, το δε ΙΚΑ προχώρησε στην ταμειακή βεβαίωση των σχετικών χρεών, ενόσω, δηλαδή διαρκούσε η προθεσμία έκδοσης απόφασης επί των ως άνω ενστάσεων, προθεσμία η οποία, κατά τα γινόμενα δεκτά ανωτέρω, εμπόδιζε την ταμειακή βεβαίωση των χρεών από τις καταλογιστικές πράξεις που προσβλήθηκαν με ένσταση. Συνεπώς, από την άποψη αυτή, πάσχουν οι ένδικες ταμειακές βεβαιώσεις, κατά το μέρος που αφορούν τα χρέη που προέρχονται από τις Π.Ε.Ε., Π.Ε.Π.Ε.Ε. και την Π.Ε.Π.Α.Ε., ο δε προβαλλόμενος λόγος της ανακοπής παρίσταται προδήλως βάσιμος, κατά το βασίμως προβαλλόμενο ισχυρισμό της κρινόμενης αίτησης, που πρέπει να γίνει δεκτός. 
Συντρέχει, επομένως, λόγος χορήγησης αναστολής των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και τις πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης, κατά το μέρος που αφορούν τα χρέη που προέρχονται από τις ως άνω καταλογιστικές πράξεις. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να χορηγηθεί η αναστολή εκτέλεσης των  πράξεων ταμειακής βεβαίωσης του Διευθυντή του ΚΕΑΟ Θεσσαλονίκης και των πράξεων αναγκαστικής κατάσχεσης του ανωτέρω Διευθυντή, στο σύνολό τους, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.
 
Αναστασία Χρ. Μήλιου 
    Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
    Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
    Τηλ. 213-0338950, 6945-028153
    e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr
    fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Μετά το θάνατο κάποιου όλη η περιουσία του κληρονομείται από τους κληρονόμους που είτε είναι οι στενοί συγγενείς του είτε αναφέρονται στην διαθήκη του.

Η κληρονομιαία περιουσία αποτελείται και από ενεργητικό και το παθητικό της, οπώς αυτό αποτιμάται σε χρήμα. Με άλλα λόγια τα χρέη που έχει κάποιος από δάνεια, από άλλες οφειλές ή στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία κτ.λ.

κληρονομούνται με τον ίδιο τρόπο που κληρονομούνται και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία, π.χ. τα ακίνητα, οι τραπεζικοί λογαριασμοί, τα κοσμήματα κ.τ.λ.

Ο κάθε κληρονόμος έχει εκ του νόμου δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά που του αφήνεται μέσα σε προθεσμία 4 μηνών από τον θάνατο του διαθέτη αν είναι κάτοικος Ελλάδος και ενός χρόνου αν είναι κάτοικος εξωτερικού ο

διαθέτης ή ο κληρονόμος.

Αποποίηση γίνεται συνήθως όταν το παθητικό της κληρονομιάς είναι μεγαλύτερο του ενεργητικού, δηλαδή όταν τα χρέη και οι οφειλές ξεπερνούν τα άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Π.χ. αν κάποιος έχει μόνο ένα ακίνητο σαν περιουσιακό στοιχείο και χρέη προς τράπεζες, εφορία κτ.λ. που ξεπερνούν την εμπορική αξία του ακινήτου, τότε σε αυτή την περίπτωση είναι πιο συμφέρον για τον κληρονόμο να αποποιηθεί την

κληρονομιά μέσα στην 4μήνη προθεσμία.

Δεν υπάρχει τμηματική ή εν μέρει αποποίηση. Δηλαδή δεν μπορεί κάποιος να αποποιηθεί τα χρέη και να αποδεχθεί την υπόλοιπη περιουσία. Η αποποίηση αφορά πάντα το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας.

Η αποποίηση γίνεται στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου θανάτου του διαθέτη. Πρώτοι αποποιούνται οι αναγκαστικοί κληρονόμοι αν δεν υπάρχει διαθήκη. Δηλ. τα τέκνα και οι σύζυγοι. Μετά την αποποίηση των πρώτων

κληρονόμων η 4μηνη προθεσμία ξεκινά για τους κληρονόμους που θα κληρονομούσαν αν δεν υπήρχαν οι πρώτοι κληρονόμοι.

Δηλαδή αν αποβιώσει κάποιος που είχε σύζυγο δύο τέκνα και δύο αδέλφια, αποποιούνται πρώτα τα τέκνα και ο /η σύζυγος. Μετά την αποποίηση αυτών ξεκινά η 4μήνη προθεσμία αποποίησης των αδελφών του.

Προσοχή! Αν τα τέκνα έχουν παιδιά δηλαδή ο αποβιώσας είχε εγγόνια, μετά τα τέκνα, πρέπει να αποποιηθούν τα εγγόνια. Αν τα εγγόνια είναι ανήλικα η αποποίηση γίνεται μόνο με δικαστική απόφαση. Ο χρόνος από την κατάθεσης της

αίτησης αποποίησης στο δικαστήριο και μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν μετράει και το τετράμηνο της αποποίησης υπολογίζεται με τον χρόνο που έχει προηγηθεί της αίτησης και έπεται της έκδοσης απόφασης.

Το ίδιο εννοείται ότι ισχύει και για τα αδέλφια του αποβιώσαντος. Αν έχουν παιδιά ( δηλ. τα ανίψια), πρέπει και αυτά με την σειρά τους να αποποιηθούν μετά τους γονείς. Κι αν έχουν κι αυτά ανήλικα τέκνα, τότε θα πρέπει να κάνουν

αποποίηση και για τα παιδιά τους με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω.

 

Αναστασία Χρ. Μήλιου

 

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

 

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

 

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

 

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

 

fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος  Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Τις τελευταίες εβδομάδες, το ΚΕΑΟ του ΙΚΑ, οι ΔΟΥ και άλλες δημόσιες υπηρεσίες στέλνουν με απλό ταχυδρομείο στους οφειλέτες τους, έγγραφο που ονομάζουν «ατομική ειδοποίηση οφειλών». Το έγγραφο αυτό φαίνεται σαν μια απλή ειδοποίηση του δημοσίου που καλεί τον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την παραλαβή του, να ρυθμίσει σε 12 μηνιαίες δόσεις την οφειλή του, διαφορετικά θα ξεκινήσει η αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη του χρέους.
Στο έγγραφο αυτό δεν γίνεται πουθενά αναφορά για τα ένδικα βοηθήματα και την προθεσμία άσκησής τους από τον οφειλέτη, όπως σε όλα τα υπόλοιπα έγγραφα του δημοσίου.
Τι είναι όμως το έγγραφο αυτό και τι νομικές συνέπειες έχει η μη προσβολή του από τον οφειλέτη;
Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του ΚΕΔΕ, η ατομική ειδοποίηση οφειλών αποτελεί έγκυρο τίτλο εκτελεστό, και σηματοδοτεί την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της οφειλής δηλαδή της κατάσχεσης κινητών, δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, εσόδων εις χείρας τρίτου ή και πλειστηριασμού ακινήτου.
Ατομικές ειδοποιήσεις λαμβάνουν οι εργοδότες  που έχουν πρόστιμα από αδήλωτη εργασία, οι ασφαλισμένοι που έχουν εισπράξει αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις, επιδόματα κ.α., οφειλέτες ΦΠΑ και άλλων οφειλών στην εφορία κ.τ.λ.
Δεν έχει σημασία αν έχει ασκηθεί ή όχι ένσταση ή αίτηση θεραπείας. Ακόμα και στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ένσταση ενώπιον της αρμόδια διοικητικής επιτροπής, το ΚΕΑΟ στέλνει τις ατομικές ειδοποιήσεις.  Δηλαδή το δημόσιο επιδιώκει την είσπραξη των οφειλών προτού κριθεί αν επί της ουσίας η οφειλή είναι νόμιμη ή όχι.
Οι υπάλληλοι του ΚΕΑΟ υποστηρίζουν και καλούν τους οφειλέτες να ρυθμίσουν την οφειλή τους ακόμα κι αν έχουν κάνει ένσταση, με το επιχείρημα, ότι αν οι οφειλέτες δικαιωθούν θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους από το Δημόσιο ( ;;;).
Η ρύθμιση, ειδικά στα  μεγάλα ποσά, είναι εντελώς εξωπραγματική και ανέφικτη. Παρ’όλα αυτά, ο οφειλέτης δεν έχει επιλογή παρά να ρυθμίσει καθώς απειλείται με τις συνέπειες της αναγκαστικής εκτέλεσης και επιπλέον το οφειλόμενο ποσό επιβαρύνεται με τόκους και προσαυξήσεις κάθε μήνα.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια εκβιαστική τακτική του δημοσίου, εντελώς αντισυνταγματική, καθώς παραβαίνει κάθε αίσθημα δικαίου και προστασίας του πολίτη, παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές δικαίου, παρακάμπτει το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων και δίκαιης δίκης.
Πώς λοιπόν μπορεί να αντιδράσει ο οφειλέτης σε αυτή την περίπτωση; Υπάρχει άμυνα ή είναι αναγκασμένος να υποκύψει στον ωμό εκβιασμό του δημοσίου, υπό την απειλή της κατάσχεσης ή του πλειστηριασμού της περιουσίας του;
Ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί κατά της ατομικής ειδοποίησης και της επικείμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι θα δραστηριοποιηθεί άμεσα.
Κατά της ατομικής ειδοποίησης ο νόμος προβλέπει ότι μπορεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής. Με την ανακοπή προσβάλλεται ο τίτλος της αναγκαστικής εκτέλεσης δηλαδή η ατομική ειδοποίηση κι αν έχει ασκηθεί και ένσταση η οποία δεν έχει συζητηθεί τότε μπορεί  να προβληθούν και λόγοι επί της ουσίας της οφειλής.
Δηλαδή αν έχει υποβληθεί ένσταση και δεν έχει συζητηθεί ακόμα, ή και προσφυγή που επίσης δεν έχει συζητηθεί, και πάλι θα πρέπει να ασκηθεί ανακοπή για να διακόψει την αναγκαστική εκτέλεση. Και μάλιστα δεν είναι η ανακοπή αυτή που θα διακόψει την εκτέλεση, αλλά η αναστολή που θα ασκηθεί επ’αυτής.
Δηλαδή το πρώτο βήμα είναι η άσκηση της ανακοπής κατά της ατομικής ειδοποίησης και επί της ανακοπής ασκούμε υποχρεωτικά και αίτηση αναστολής, η οποία αν γίνει δεκτή, διακόπτει την αναγκαστική εκτέλεση μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της ανακοπής.
Η ανακοπή ασκείται σε προθεσμία 20 ημερών από την παραλαβή της ατομικής ειδοποίησης και η αναστολή εντός 3 ημέρων από την άσκηση της ανακοπής. Ο νόμος δεν ορίζει ρητά ποια είναι η προθεσμία άσκησης της ανακοπής και θεωρείται ότι η προθεσμία αυτή λήγει με την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πρακτικά όμως για να είμαστε σίγουροι ότι η ανακοπή μας θα είναι εμπρόθεσμη, καλό είναι να ασκείται όσον το δυνατόν συντομότερα και δη μέσα στην 20ήμερη προθεσμία που τάσσεται για την ρύθμιση.
Σημειώστε δε ότι η αναστολή εκδικάζεται άμεσα, ενώ η ανακοπή δικάζεται μετά από 3-4 χρόνια.
Θα αναρωτούνται αρκετοί αν αξίζει τον κόπο να μπει κάποιος σε αυτήν την διαδικασία, αντί να πάει να πληρώσει την οφειλή με την ρύθμιση.
Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με ένα ναι ή όχι σε αυτή την ερώτηση. Θα θέσω όμως 2-3 σημεία υπ’όψιν ώστε ο καθένας να κρίνει αν αξίζει τον κόπο.
Το ΚΕΑΟ όπως και οι άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ποντάρουν στο γεγονός ότι από τις 10 ατομικές ειδοποιήσεις που θα σταλούν,  οι 2 ή οι 3 θα ψάξουν περαιτέρω με δικηγόρο πώς θα αμυνθούν. Από τους υπόλοιπους δύο θα πάνε απευθείας να ρυθμίσουν και οι άλλοι είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω φόβου θα αδιαφορήσουν, θα το πετάξουν, θα το ξεχάσουν κ.τ.λ. Άρα το κράτος θα έχει πετύχει 2 ρυθμίσεις και στους υπόλοιπους που θα χρεώνει προσαυξήσεις και τόκους, θα αυξήσει το οφειλόμενο ποσό σε διόλου ευκαταφρόνητο ύψος και εν συνεχεία θα προσπαθήσει μέσω της εκτέλεσης είτε να τσιμπήσει χρήματα από λογαριασμούς, μισθούς ή συντάξεις, ή θα εκβιάσει πλειστηριασμούς και πάλι θα τσιμπήσει νέα ρύθμιση ή καταβολή. Εν τω μεταξύ αυτοί θα έχουν χάσει και οποιαδήποτε προθεσμία να αμυνθούν δικαστικώς και να σταματήσουν την σε βάρος τους εκτέλεση, οπότε θα βρεθούν προ τετελεσμένων γεγονότων.
Από την άλλη μεριά, οι δύο αυτοί που θα έχουν ασκήσει την ανακοπή, έχουν  πιθανότητες να διαγραφεί τελείως η οφειλή τους. Και τούτο διότι, αν πρόκειται για αχρεωστήτως καταβληθέντα υπάρχει πάγια νομολογία των δικαστηρίων, που ορίζει κάποιες προϋποθέσεις που καθιστούν την καταβολή τους νόμιμη. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, οπότε η αναζήτηση της οφειλής είναι παράνομη και καταχρηστική και το δικαστήριο κρίνει ότι ο ασφαλισμένος δεν οφείλει να καταβάλει τίποτα.
Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τα πρόστιμα του ΣΕΠΕ ή του ΦΠΑ. Οι αποφάσεις πρέπει να πληρούν τα τυπικά στοιχεία που προβλέπει ο νόμος, να είναι αιτιολογημένες, να έχει τηρηθεί η αρχή της προηγούμενης ακρόασης κ.τ.λ. Μία καλά στοιχειοθετημένη ανακοπή μπορεί να απαλλάξει τον οφειλέτη από το πρόστιμο ή από ένα μεγάλο τμήμα αυτού. Σημειωτέον δε ότι όταν συζητηθεί μετά από 3-4 χρόνια, μπορεί να ισχύουν άλλες διατάξεις, ευνοϊκότερες, των οποίων θα μπορεί να γίνει επίκληση.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, καλό θα ήταν να συμβουλευτείτε δικηγόρο, για να δείτε πώς μπορείτε να κινηθείτε και τι σας συμφέρει να πράξετε, προκειμένου να μην χάσετε τα δικαιώματά σας.     Αναστασία Χρ. Μήλιου
    Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
    Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
    Τηλ. 213-0338950, 6945-028153
    e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr
    fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Μυστική είναι η διαθήκη για την κατάρτιση της οποίας ο διαθέτη εγχειρίζει στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι αυτό περιέχει την τελευταία του βούληση, δηλαδή η μυστική διαθήκη αποτελεί συνδυασμό τόσο της ιδιόγραφης όσο και της δημόσιας διαθήκης. Η κατάρτιση της διαθήκης αυτής ολοκληρώνεται στα εξής 5 στάδια:

α) την σύνταξη του εγγράφου που εγχειρίζεται στο συμβολαιογράφο και εμπεριέχει την τελευταία βούληση του διαθέτη, το οποίο έγγραφο μπορεί να συνταχθεί με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη (άρθρα 1738 και 1740 ΑΚ),

β) την εγχείριση του εγγράφου στο συμβολαιογράφο, με την παρουσία των συμπραττομένων προσώπων, ήτοι τριών μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα, κατά την οποία ο διαθέτης πρέπει να δηλώσει ότι το έγγραφο περιέχει την τελευταία του βούληση (άρθρο 1738 ΑΚ),

γ) την σφράγιση του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει και πριν την εγχείριση (άρθρο 1741 ΑΚ),

δ) την σημείωση στο έγγραφο από το συμβολαιογράφο του ονόματος και του επωνύμου του διαθέτη, καθώς και της χρονολογίας της εγχείρισης, την οποία πρέπει επί ποινή ακυρότητας να υπογράψουν ο διαθέτης και τα συμπραττόμενα πρόσωπα, δηλαδή οι συμβολαιογράφοι και οι μάρτυρες (άρθρο 1742 ΑΚ), και

ε) σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης για την μυστική διαθήκη (άρθρο 1743 ΑΚ), η οποία πρέπει να περιέχει επί ποινή ακυρότητας:

1) τη χρονολογία και τον τόπο σύνταξής της, τον προσδιορισμό του διαθέτη και το όνομα και επώνυμο των συμπραττομένων προσώπων,

2) την βεβαίωση για την εγχείριση του εγγράφου από το διαθέτη στον συμβολαιογράφο με την παρουσία των λοιπών συμπραττομένων προσώπων και την προφορική δήλωση του διαθέτη ότι αυτό περιέχει την τελευταία του βούληση,

3) την βεβαίωση ότι το έγγραφο σφραγίστηκε ενώπιον του διαθέτη και των συμπραττομένων προσώπων ή εγχειρίστηκε σφραγισμένο,

4) την βεβαίωση ότι στο έγγραφο συντάχθηκε η υπό στοιχείο δ’ σημείωση και υπογράφηκε,

5) την βεβαίωση ότι όλα τα συμπραττόμενα πρόσωπα ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξεως,

6) την βεβαίωση μετά την ανάγνωση της πράξεως ότι η ανάγνωση έλαβε χώρα και

7) την υπογραφή της πράξεως από το διαθέτη και τα συμπραττόμενα πρόσωπα.

Προβλέπεται επίσης, όχι όμως με ποινή ακυρότητας, η σημείωση του αριθμού της πράξεως από το συμβολαιογράφο επί του εγχειριζομένου εγγράφου και προσάρτηση του εγγράφου στην πράξη.

Εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος, η μυστική διαθήκη είναι άκυρη, το ίδιο δε ισχύει και για τους άλλους δύο τύπους διαθηκών. Η ακυρότητα αυτή είναι απόρροια της αυστηρής τυπικότητας που χαρακτηρίζει την σύνταξη διαθήκης, αλλά ο ως άνω κανόνας επιδέχεται εξαιρέσεις, κατά πρώτο λόγο δε αυτές για τις οποίες υπάρχει ρητή νομοθετική επιφύλαξη, ήτοι για διατυπώσεις που ο νομοθέτης ο ίδιος αξιολογεί ως ήσσονος σημασίας και ορίζει ότι η μη τήρησή τους δεν επιφέρει ακυρότητα, θεσπιζόμενες στα άρθρα 1727§2, 1728§2, 1729§4, 1731, 1732§1εδ.γ’ περ.β’, 1732§2, 1737§§3 και 4 και 1743§3 ΑΚ. Περαιτέρω, υπάρχουν και εξαιρέσεις κατόπιν ερμηνείας των διατάξεων περί τύπου, οι οποίες εξαιρέσεις δικαιολογούνται από την αναγκαιότητα διαφύλαξης της βούλησης του διαθέτη, όταν η ελαττωματικότητα δεν είναι τόσο σοβαρή, ώστε να διακυβεύεται η ίδια η αρχή της τυπικότητας, αφού σκοπός της αρχής αυτής είναι να διαφυλάξει την αυθεντικότητα της δήλωσης βούλησης του διαθέτη και δεν πρέπει να καταλήγει να αποτελεί εμπόδιο στο ατομικό δικαίωμα του προσώπου να διαθέτει αιτία θανάτου την περιουσία.

Ειδικότερα, όμως, στην περίπτωση της μυστικής διαθήκης, δεν χωρεί ερμηνεία των σχετικών διατάξεων τέτοια, ώστε να γίνει δεκτό ότι ακυρότητα που προκαλεί η παράλειψη, ολική ή μερική, ενός εκ των σταδίων κατάρτισής της θεραπεύεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων μεταγενέστερου σταδίου. Πιο συγκεκριμένα, οι διατυπώσεις που ορίζουν ότι πρέπει να σημειωθεί στο εγχειριζόμενο έγγραφο από το συμβολαιογράφο το όνομα και του επώνυμο του διαθέτη, καθώς και η χρονολογία της εγχείρισης, σημείωση την οποία πρέπει να υπογράψουν ο διαθέτης και τα συμπραττόμενα πρόσωπα, πρέπει να έχουν τηρηθεί σωρευτικά με αυτές περί συντάξεως της συμβολαιογραφικής πράξης για την εγχείριση του εγγράφου. Και τούτο διότι ο επιδιωκόμενος από το νομοθέτη σκοπός του τύπου αυτού είναι η εξασφάλιση της γνησιότητας αυτού καθαυτού του περιεχομένου του εγχειριζομένου εγγράφου της διαθήκης, ενώ ο σκοπός του τύπου είναι η βεβαίωση με δημόσιο (συμβολαιογραφικό) έγγραφο ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις κατά την εγχείριση. Άλλωστε, μία εκ των διατυπώσεων αυτών είναι και η ως άνω σημείωση, η τήρηση της οποίας πρέπει να βεβαιωθεί στην συμβολαιογραφική πράξη, με αποτέλεσμα η μη τήρηση της διατύπωσης για την σημείωση να συνεπάγεται αναπόφευκτα και την μη ορθή τήρηση της διατύπωσης για την σύνταξη πράξης, αφού η πράξη αυτή δεν θα έχει το απαραίτητο από το νόμο περιεχόμενο, ήτοι δεν θα περιέχει την βεβαίωση ότι συντάχθηκε και υπογράφηκε η εν λόγω σημείωση. Η παράλειψη αυτή και μόνη της ενδεχομένως θα αρκούσε για να επιφέρει ακυρότητα της μυστικής διαθήκης, συμπέρασμα το οποίο συνάγεται εξ αντιδιαστολής (argumentum a contrario) από την διάταξη της §3 του άρθρου 1743 ΑΚ, η οποία θέτει ως επιπλέον διατύπωση για την σύνταξη της μυστικής διαθήκης ότι ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει στο έγγραφο που του εγχειρίστηκε ή το περικάλυμμά του και τον αριθμό της συνταχθείσας από τον ίδιο πράξης, αλλά ορίζει ρητά ότι η μη αναγραφή του αριθμού αυτού στο παραδοθέν έγγραφο δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης, δηλαδή οριοθετεί το βαθμό στο οποίο η μη τήρηση των σχετικών με την σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης για την εγχείριση της μυστικής διαθήκης δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής.

Έτσι η μυστική διαθήκη του διαθέτη που, όμως γράφηκε από τρίτον, καθ’ υπαγόρευση του διαθέτη, και υπογράφηκε από αυτόν με το αριστερό του χέρι λόγω αδυναμίας του δεξιού, στην συνέχεια δε τοποθετήθηκε εντός φακέλου ο οποίος σφραγίστηκε και σε μεταγενέστερο χρόνο παραδόθηκε σφραγισμένος σε συμβολαιογράφο ενώπιον τριών μαρτύρων ο δε φάκελος έφερε την υπογραφή του διαθέτη, η δε συμβολαιογράφος έθεσε την σημείωση «., υπέγραψε την σημείωση» και έθεσε την σφραγίδα της. Κατά τον αυτό χρόνο η εν λόγω συμβολαιογράφος συνέταξε την υπ’ αριθμόν..., πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία περιείχε την ημεροχρονολογία καταθέσεώς της και τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των μαρτύρων και στην οποία βεβαιώθηκε α) ότι ο φάκελος παραδόθηκε από τον διαθέτη ενώπιον των μαρτύρων, β) ότι ο διαθέτης δήλωσε ότι περιέχει την διαθήκη του, γ) ότι στον φάκελο υπήρχε η υπογραφή του διαθέτη, δ) ότι η συμβολαιογράφος υπέγραψε και σφράγισε τον φάκελο και τον προσάρτησε στην πράξη, ε) ότι η συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες και κανένας άλλος ήταν παρόντες καθ’ όλη τη διάρκεια της πράξεως και στ) ότι η πράξη διαβάστηκε στο διαθέτη, παρουσία των μαρτύρων, τέλος δε η πράξη υπογράφηκε από το διαθέτη, τους μάρτυρες και την συμβολαιογράφο. Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι δεν τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις που ορίζει το άρθρο 1742 ΑΚ, δηλαδή η ως άνω συμβολαιογράφος δεν σημείωσε, ως όφειλε, επί του σφραγισμένου φακέλου που παραδόθηκε σε αυτήν το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη, ούτε η σημείωση υπογράφηκε από το διαθέτη και τους μάρτυρες, ενώ και η υπ’ αριθμόν ..., πράξη δεν βεβαίωνε ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις αυτές, αλλά ανέφερε μόνο ότι η συμβολαιογράφος υπέγραψε και σφράγισε τον φάκελο. Οι ελλείψεις, αυτές όμως δεν θεραπεύονται από την σύνταξη της προαναφερθείσας πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία εμπεριέχει τις υπογραφές του διαθέτη και των μαρτύρων. Συνακόλουθα, η διαθήκη είναι άκυρη και, δεδομένου ότι ο θανών, δεν κατέλειπε άλλη διαθήκη, εκτός από αυτήν, επέρχεται η εκ του νόμου κληρονομική διαδοχή δηλαδή ο θανών κληρονομείται από τους εγγυτέρους συγγενείς του σαν να μην υπήρχε ποτέ διαθήκη.

Αναστασία Χρ. Μήλιου

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 Όταν περισσότεροι από ένας είναι ιδιοκτήτες ενός ακινήτου, ονομάζονται συγκύριοι αυτού ή κοιωνοί και το ακίνητο θεωρείται «κοινό», γι’αυτό και οι σχέσεις τους διέπονται από τις διατάξεις της κοινωνίας, δηλαδή της χρήσης του κοινού πράγματος. Συγκύριος με ίσα δικαιώματα είναι και αυτός που έχει το 1% του ακινήτου και αυτός που έχει το 99% αυτού.

Σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς ή συγκύριους, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον ιδανικής του μερίδας χρήση του κοινού. Ειδικότερα προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα ωφέλεια ως αποζημίωση.

Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα ή και αδικοπρακτική ευθύνη του αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού.

Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του.

 Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ο εναγόμενος είναι συγκύριοι και συννομείς σε ποσοστό 70% ο πρώτος (ενάγων) και 30% ο δεύτερος (εναγόμενος), εξ' αδιαιρέτου ενός ισογείου διαμερίσματος. Στο εν λόγω διαμέρισμα διαμένει από εικοσαετίας περίπου ο εναγόμενος μαζί με τον πατέρα του, χωρίς να έχει καταβάλει στον ενάγοντα, κανένα ποσό ως αποζημίωση χρήσης. Για το λόγο αυτό ο ενάγων άσκησε εναντίον του εναγομένου, αγωγή με την οποία του ζητούσε να του καταβάλει αποζημίωση χρήσης για 4 μήνες συνολικού ποσού 1.755,60 ευρώ. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου η οποία επιδίκασε στον ενάγοντα το άνω ποσό. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος και μετά έκανε αποκλειστική χρήση του επίκοινου διαμερίσματος χωρίς να έχει καταβάλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση για τη χρήση του. Η μηνιαία μισθωτική αξία του διαμερίσματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι λόγω της ανωφέρειας της οδού …………. βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από το δρόμο και το πεζοδρόμιο, καθώς και της παλαιότητας αυτού (έτος κατασκευής του 1965) και των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην περιοχή, για το έτος 2009 ανέρχονταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σε εννέα (9) ευρώ ανά τ.μ. ήτοι στο ποσό των 684,00 ευρώ (76.τμ.Χ9 ευρώ) και το ποσοστό του ενάγοντος στα 478,80 ευρώ (684,00 ευρώ Χ 70%). Συνεπώς για το χρονικό διάστημα από 26-07-2009 μέχρι 26-12-2009 η ανάλογη αποζημίωση που αντιστοιχεί στη μερίδα του ενάγοντος επί του κοινού (διαμερίσματος) ανέρχεται στο ποσό των (478,80 ευρώ Χ 5 μήνες)=2.394,00 ευρώ. Για το έτος 2010 η μηνιαία μισθωτική αξία του διαμερίσματος παρέμεινε η ίδια ήτοι στο ποσό των εννέα (9) ευρώ ανά τ.μ. ήτοι στο συνολικό ποσό των 684,00 ευρώ και το ποσοστό του ενάγοντος στα 478,80 ευρώ. Συνεπώς για το χρονικό διάστημα από 27-12-2009 έως 26-12-2010 η ανάλογη αποζημίωση που αντιστοιχεί στη μερίδα του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 5.745,60 ευρώ (478,80 ευρώ Χ 12 μήνες). Ακολούθως, λόγω της οικονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα, η μηνιαία μισθωτική αξία του κοινού διαμερίσματος για το έτος 2011, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής περιορίστηκε στα οκτώ (8) ευρώ ανά τ.μ. ήτοι στο ποσό των 608,00 ευρώ (76 τ.μ. χ 8 ευρώ) και το ποσοστό του ενάγοντος καθορίστηκε στα 425,60 ευρώ μηνιαίως (608,00 ευρώ Χ 70%). Συνεπώς η ανάλογη αποζημίωση που αντιστοιχεί στη μερίδα του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 27-12-2010 έως 26-12-2011 επί του κοινού διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 5.107,20 ευρώ (425,60 ευρώ Χ 12 μήνες). Τέλος κατά την κρίση του Δικαστηρίου η μισθωτική αξία του άνω διαμερίσματος για το έτος 2012, λόγω και της συνεχώς επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης ανήλθε στο ποσό των επτά (7) ευρώ, ήτοι στο συνολικό ποσό των 532,00 ευρώ και το ποσοστό του ενάγοντος καθορίστηκε στα 372,40 ευρώ μηνιαίως. Συνεπώς η ανάλογη αποζημίωση που αντιστοιχεί στη μερίδα του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 27-12-2011 έως 26-12-2012 επί του κοινού διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 4.468,80 ευρώ (372,40 ευρώ Χ 12 μήνες). Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στον ενάγοντα ποτέ αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση από τον ίδιο του κοινού διαμερίσματος τους και ειδικότερα κατά το μερίδιο που αναλογεί στον ενάγοντα. Κατόπιν αυτών το όφελος του εναγόμενου από την αποκλειστική χρήση του κοινού διαμερίσματος από 26-07-2009 έως 26-12-2012 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 17.715,60 ευρώ (2.394,00 + 5.745,60 + 5.107,20 + 4.468,80). 

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαεφτά χιλιάδων εφτακοσίων δεκαπέντε ευρώ και εξήντα λεπτών (17.715,60 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

 Αναστασία Χρ. Μήλιου

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

fb: Αναστασία Μήλιου

 


Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Οι περισσότεροι δανειολήπτες είναι κάτοχοι ακινήτων. Τα ακίνητα αυτά, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία, που πολλές φορές οι κάτοχοι τους επιθυμούν να μεταβιβάσουν στα παιδιά τους με γονική παροχή ή ακόμα και να πωλήσουν σε τρίτους.
Εφόσον οι δανειολήπτες δεν έχουν εξοφλήσει το δάνειο τους προς την τράπεζα, είναι πιθανόν να μην δύνανται να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε τρίτους, χωρίς να κινδυνεύουν να εναχθούν από την τράπεζα για καταδολίευση δανειστών. Στην περίπτωση αυτή, η μεταβίβαση του ακινήτου ακυρώνεται και αν ο δανειολήπτης είναι υπερημέρος και έχει γίνει καταγγελία του δανείου του, η τράπεζα μπορεί να προχωρήσει σε εκποίηση του ακινήτου που έχει μεταβιβάσει.
 Ποιες όμως είναι οι προϋποθέσεις για την διάρρηξη της δικαιοπραξίας;
Η δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Ειδικότερα, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, για παράδειγμα κατά την μεταβίβαση ακινήτου με δωρεά, η οποία σε γνώση του δηλούντος (π.χ. δωρητή) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά σκοπός αυτής είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, (π.χ. η δωρεά του ακινήτου σε άλλον), χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής (δηλ. το ακίνητο στην πράξη εξακολουθεί να του ανήκει). Σε αυτή δε την περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος δηλαδή τον δωρεοδόχο.
Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη της ο δόλος του οφειλέτη στρεφόμενος κατά των δανειστών του ή γενικότερα πρόθεση εξαπατήσεως  κάποιου τρίτου,  αλλά  ούτε  και  η  ύπαρξη  απαιτήσεως προγενέστερη της εικονικής εκποιήσεως. Η κατά τα ως άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον. Έτσι οι τρίτοι, ιδίως οι δανειστές του δηλώσαντος, για τυχόν παραπλάνηση των οποίων καταρτίσθηκε η δικαιοπραξία αυτή, έχουν συμφέρον να αποκαλύψουν την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, προκειμένου να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε εικονικά, αφού τούτο δεν έπαψε να ανήκει στον τελευταίο, χωρίς να είναι αναγκαίο η απαίτηση τους να ανάγεται στο χρόνο καταρτίσεως της εικονικής δικαιοπραξίας ή της μεταγραφής αυτής ή σε προγενέστερο αυτού χρόνο, ούτε η καταρτισθείσα εικονική δικαιοπραξία να απέβλεπε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησης τους.
Περαιτέρω, για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων:
α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση (=μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου)
β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου,
 γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών,
δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και
ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.
Μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως, περιλαμβάνεται και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.
Στην εξεταζομένη περίπτωση, η τράπεζα ισχυρίζεται, ότι χορήγησε δάνειο 25.000 ευρώ. Το 2009  το δάνειο εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 26.749,10 ευρώ, κατήγγειλε το δάνειο και κάλεσε με σχετική επιστολή τόσο τον πιστούχο όσο και την εγγυήτρια να το εξοφλήσουν, εντόκως. Στη συνέχεια εκδόθηκε  διαταγή πληρωμής, που κοινοποιήθηκε και στην πρώτη εναγομένη με την κάτω από αυτή επιταγή προς εκτέλεση, με αποτέλεσμα, πέραν της ως άνω απαίτησης να της οφείλει συνολικά το ποσό των 27.860,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την εξόφληση.
Την 24.4.2007, ενώ είχε γεννηθεί η ως άνω αξίωση της, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω γονικής στην δεύτερη εναγομένη - τέκνο της,  την ψιλή κυριότητα μίας αποθήκης, μίας θέσης στάθμευσης και της κατοικίας τα οποία είχαν κατά το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαίου εμπορική αξία 12.000 ευρώ, 6.000 ευρώ και 72.000 ευρώ αντίστοιχα. Ότι περαιτέρω την 4.6.2008, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην τρίτη εναγομένη - τέκνο της, την πλήρη κυριότητα άλλου ακινήτου που είχε κατά το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαίου εμπορική αξία 110.000 ευρώ. Η τράπεζα ισχυρίστηκε ότι αμφότερες οι ανωτέρω δικαιοπραξίες γονικής παροχής και πωλήσεως είναι άκυρες ως εικονικές διότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιδίωκαν την παραγωγή των εννόμων συνεπειών των συμβάσεων αυτών και δη δεν επεδίωκαν τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και της πλήρους κυριότητας αντίστοιχα των ανωτέρω ακινήτων από τη πρώτη εναγομένη στη δεύτερη και τρίτη αντίστοιχα, αλλά καταρτίστηκαν εν γνώσει τους φαινομενικώς. Ότι, επικουρικά, η  πρώτη εναγομένη προέβη  στην  μεταβίβαση των  προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων της από χαριστική αιτία, καθώς και στην περίπτωση της δεύτερης   μεταβίβασης δεν υπήρξε πράγματι πώληση, αλλά υποκρυπτόταν δωρεά, έχοντας ως σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της ανωτέρω ληξιπρόθεσμης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, απαίτησης της ενάγουσας, καθόσον αυτή στερείται οποιασδήποτε άλλης εμφανούς περιουσίας, η οποία να επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί κυρίως να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ως άνω δικαιοπραξιών λόγω εικονικότητας και να υποχρεωθούν η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων να επιστρέψουν στην πρώτη εξ' αυτών τα εν λόγω ακίνητα προκειμένου να επανέλθουν αυτά στην περιουσία της τελευταίας. Επικουρικά δε ζητεί να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη των ανωτέρω μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών των δικών της συμφερόντων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση τους, ώστε να μπορέσει να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση επί των ως άνω ακινήτων προς ικανοποίηση της προαναφερόμενης αξίωσης της εναντίον της πρώτης των εναγομένων. Τέλος ζητεί να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της.
Όμως, οι ως άνω συμβάσεις δεν καταρτίστηκαν φαινομενικά, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά υπήρξε αληθινή πρόθεση προς μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και της πλήρους  κυριότητας των εν λόγω ακινήτων από την πρώτη εναγομένη προς τη δεύτερη και τρίτη, ήτοι υπήρξε πραγματική βούληση των συμβαλλομένων προς μεταβολή της νομικής κατάστασης των εν λόγω ακινήτων. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί εικονικότητας των ανωτέρω μεταβιβάσεων και ότι η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων ήταν να μην αποξενωθεί στην πραγματικότητα η πρώτη εναγομένη από την κυριότητα και διαχείριση των ακινήτων αυτών δεν κρίνεται βάσιμος. Ειδικότερα όσον αφορά την πρώτη εκ των παραπάνω συμβάσεων με την οποία μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη η ψιλή κυριότητα των ακινήτων λόγω γονικής παροχής, αποδείχθηκε ότι αυτή έλαβε χώρα σε εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος προς την κόρη της και προς ενίσχυση της αυτοτέλειας της, ενόψει του ότι κατά το χρόνο κατάρτισης αυτής ήταν 20 ετών και είχε αρχίσει να εργάζεται, ενώ σήμερα έχει ήδη δημιουργήσει την δική της οικογένεια. Μάλιστα, ο χρόνος κατά τον οποίο καταρτίστηκε η ως άνω συμβολαιογραφική πράξη θεωρήθηκε κατάλληλος ενόψει του ότι υπήρχε ιδιαιτέρως ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση σε πράξεις γονικής παροχής. Εξάλλου, το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη παρακράτησε για τον εαυτό της την επικαρπία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, το οποίο είναι σύνηθες στη συναλλακτική πρακτική σε αντίστοιχες πράξεις, καταδεικνύει την πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων προς μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας των εν λόγω ακινήτων προς την δεύτερη εναγομένη κόρη της. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν επεδίωκαν να φέρεται τυπικά μόνο η τελευταία ως ιδιοκτήτρια αυτών με μοναδικό σκοπό να μη δύνανται οι δανειστές της πρώτης εναγομένης να ικανοποιηθούν από την περιουσία της, τότε η τελευταία θα είχε προβεί σε μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των εν λόγω ακινήτων, ώστε να μην υφίσταται φαινομενικά κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα της. Περαιτέρω, όσον αφορά την δεύτερη εκ των παραπάνω συμβάσεων με την οποία μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη τρίτη εναγομένη η πλήρης κυριότητα διαμερίσματος αποδείχθηκε ότι αυτή έλαβε χώρα πράγματι λόγω πωλήσεως καθώς υπήρξε καταβολή από την αγοράστρια, τρίτη εναγομένη, τιμήματος για την αγορά του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Συγκεκριμένα η τελευταία την 11.4.2008 έλαβε επ' ονόματι της δάνειο για την αγορά και αποπεράτωση της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, ύψους 104.000 ευρώ με προσημείωση υποθήκης επ' αυτής.
Το γεγονός ότι το τίμημα της ως άνω πωλήσεως δεν εισπράχθηκε απευθείας από την πωλήτρια πρώτη εναγομένη αλλά καταβλήθηκε απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό προς εξόφληση δανείου, που είχε λάβει η τελευταία, δεν ανατρέπει τα ανωτέρω αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει την ύπαρξη τιμήματος και το ότι υπήρξε πράγματι πρόθεση των συμβαλλομένων για μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας του εν λόγω ακινήτου από την πρώτη στην τρίτη εναγομένη. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των άνω μεταβιβάσεων λάμβαναν χώρα καταβολές στο λογαριασμό που εξυπηρετούσε τη σύμβαση πίστωσης μεταξύ της ενάγουσας και του οφειλέτη, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις η πρόθεση να αποξενωθεί η πρώτη εναγομένη μόνο φαινομενικά από τα άνω ακίνητα της προκειμένου να μην ικανοποιηθούν οι δανειστές της αλλά αντίθετα υπήρχε βούληση επέλευσης των συνεπειών που συνεπάγεται εκάστη των εν λόγω μεταβιβάσεων. Μετά τις παραδοχές αυτές η αγωγή κατά την κύρια βάση της (εικονικότητα) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
 
Αναστασία Χρ. Μήλιου
Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 213-0338950,  6945-028153
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr
fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Τα τελευταία χρόνια, η αντιμετώπιση της ανασφάλιστης εργασίας, με επιβολή προστίμου εις βάρος του εργοδότη, έχει μετατραπεί σε εισπρακτικό μέτρο από τα όργανα του ΙΚΑ. Η χωρίς καμία εξαίρεση επιβολή του υπέρογκου και δυσβάστακτου προστίμου των περίπου 10.000 ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, έχουν γίνει ο εφιάλτης του κάθε εργοδότη που παλεύει να διατηρήσει την μικροεπιχείρησή του.

Τις περισσότερες φορές, τα όργανα του ΙΚΑ κυριολεκτικά «μπουκάρουν» στα καταστήματα και τις επιχειρήσεις και χωρίς να προηγηθεί κανένας διάλογος, καμία διερεύνηση για το αν ο αδήλωτος εργαζόμενος είναι πράγματι αδήλωτος ή εργαζόμενος, αρνούμενοι να ακούσουν εξηγήσεις, επιβάλουν πρόστιμα, που δεν είναι δυνατόν εκ των πραγμάτων να καταβληθούν, αλλά και που σε κάποιες περιπτώσεις θα οδηγήσουν την επιχείρηση ή το μαγαζί σε κλείσιμο.

Ειδικά το καλοκαίρι που πέρασε στις μικρές επιχειρήσεις των τουριστικών περιοχών της χώρας, που για να κρατηθεί ένα μαγαζί ανοικτό, με τα λειτουργικά έξοδα που έχει, όλοι, συγγενείς και φίλοι βοηθούσαν με όποιον τρόπο μπορούσαν, βρισκόμενοι εντός του μαγαζιού, αλλά όχι παρέχοντας εργασία με την στενή έννοια του νόμου.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα όργανα του ΙΚΑ με την εξουσία επιβολής προστίμου που τους έχει δοθεί, ανάγοντας τους εαυτούς τους σε «μικρούς θεούς», εισέβαλαν και έκοβαν πρόστιμα ανεξαιρέτως σε μαγαζιά, καφέ, ταβέρνες, καφενεία, που προσπαθούν να επιβιώσουν και όχι να ξεγελάσουν ή να κοροϊδέψουν την πολιτεία και να εκμεταλλευτούν τον εργαζόμενο…

Σε αυτές τις μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις, που δουλεύουν για δύο μήνες και κυρίως τα σαββατοκύριακα, επιβλήθηκαν τα πρόστιμα των 10.000 ευρώ, επειδή στην κουζίνα, έπλενε τα πιάτα η νύφη ή μια οικογενειακή φίλη, ήταν στην ταμιακή ο κολλητός που είναι άνεργος και δεν έχει πως να περάσει την ώρα του ή απλά βρέθηκε και κάθισε μέσα να κάνει παρέα σε αυτούς που πράγματι εργάζονταν.

Από την στιγμή, που οποιοσδήποτε βρίσκεται μέσα σε ένα κατάστημα χωρίς να είναι τ’όνομα του δηλωμένο στον πίνακα προσωπικού, μπορεί να θεωρηθεί αδήλωτος εργαζόμενος και τα όργανα του ΙΚΑ με την ανεξέλεγκτη εξουσία που τους δίνει ο νόμος να επιβάλουν το πρόστιμο των 10.000 ευρώ.

Την πράξη επιβολής προστίμου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να προσβάλει με διοικητική προσφυγή εντός 60 ημερών από την ημέρα που του κοινοποιήθηκε. Ταυτόχρονα μπορεί να ασκήσει και αίτηση αναστολής, ώστε μέχρι να δικασθεί και να εκδοθεί απόφαση επί της προσφυγής του, να μην βεβαιωθεί το πρόστιμο στην εφορία.

Αν εντός της προθεσμίας των 60 ημερών δεν ασκήσει την προσφυγή, χάνει κάθε ευκαιρία για να δικαιωθεί και θα πρέπει να καταβάλει άμεσα το πρόστιμο και μάλιστα εντός 10 ημερών ώστε τουλάχιστον να εκμεταλλευθεί την έκπτωση του 30% που του παρέχει ο νόμος με εφάπαξ καταβολή.

Οι λόγοι που μπορεί να επικαλεσθεί ο εργοδότης ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση. Πρακτικά θα πρέπει να αποδείξει αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις της εργασιακής σχέσης που δικαιολογούν το πρόστιμο. Είναι προφανές ότι οι ανωτέρω διατάξεις πληρούνται και συεπώς δικαιολογούν και την επιβολή της κύρωσης του προστίμου, εφόσον βεβαίως διαπιστωθεί η ύπαρξη εργαζόμενου και εν προκειμένω υπαλλήλου, δηλ. η ύπαρξη σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας όπως φυσικά τούτη έχει διαπλαστεί στην θεωρία και νομολογία με νομικούς όρους.

Επιπλέον λόγος μιας τέτοιας προσφυγής, είναι το υπέρογκο και δυσανάλογο πρόστιμο που επιβάλλεται χωρίς να γίνεται διάκριση σε όλους ανεξαιρέτως τους παραβάτες. Το γεγονός ότι το πρόστιμο είναι για όλους το ίδιο, προσκρούει στην θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και την διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον επιδιωκόμενο από το νόμο σκοπό. Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διατάξεως, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου, τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Άλλες δύο βασικές αρχές που παραβιάζονται συνήθως με τον τρόπο επιβολής του προστίμου, είναι αρχή της προηγούμενης ακροάσεως του διοικούμενου και η αρχή της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που πρέπει να υπάρχει σε όλες τις διοικητικές πράξεις.

Το συνταγματικώς κατοχυρωμένο στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως του διοικουμένου παρέχεται, κατ' αρχάς, σε κάθε περίπτωση που επίκειται έκδοση δυσμενούς διοικητικής πράξεως εις βάρος διοικούμενου, έστω κι αν κατά της εκδοθησομένης πράξεως προβλέπεται ειδικώς η άσκηση διοικητικής προσφυγής (ειδικής, ενδικοφανούς ή ουσίας), στάδιο που δεν αρκεί πλέον για την κάλυψη της ως άνω συνταγματικής επιταγής.

Το πρόστιμο ακυρώνεται επίσης όταν επιβάλλεται κατά παράβαση του νόμου και κατά πλημμελή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτού, αναιτιολόγητα και αυθαίρετα και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, που κρατεί στο Διοικητικό Δίκαιο, με βάση την οποία αναμένεται δικαιολογημένα και εμπιστεύεται ο πολίτης ότι η διοίκηση θα ενεργεί σύννομα κατά την διαδικασία ελέγχου και επιβολής κυρώσεων και ότι δεν θα αυθαιρετεί εις βάρος του διοικούμενου.

 

Αναστασία Χρ. Μήλιου

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Με την διάταξη του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, που αφορά τη «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α'130/3-8-2010), ορίζεται ότι: «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα κι έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης ενώ  απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του μπορεί να γίνει μόνο μία φορά.
Ακολούθως, η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.ά.), αποτέλεσαν παράγοντες που - δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης - συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών, τα οποία - αδυνατώντας στη συνέχεια να αποπληρώνουν τα χρέη τους - υπέστησαν και υφίστανται τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειες της. Προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί το πραγματικό - ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο - πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός συγχρόνου κοινωνικού κράτους δικαίου, θεσπίστηκαν οι διατάξεις αυτοΰ του νόμου.
     Για να υπαχθεί οφειλέτης στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, πρέπει χωρίς δόλο να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ωστόσο, η αδυναμία  πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών ως προϋπόθεση ρύθμισης των οφειλών του, κατά την κρίση του δικαστηρίου δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματα του δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του. Η εξόφληση των πιστωτών με αδυναμία ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η διατήρηση ενός στοιχειώδους επιπέδου αντιμετώπισης των οφειλετών επιβάλλουν να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που δύναται να ικανοποιήσει των σύνολο των οφειλών του αν διαθέσει το σύνολο των εισοδημάτων του αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένεια του. Και αυτό το πρόσωπο βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης, αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμα και της επιβίωσης του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το σκοπό αλλά και το γράμμα του ν. Κατσέλη. Συνεπώς η αδυναμία πρέπει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη. Στη ρύθμιση των οφειλών υπάγονται και οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεολυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προς τους δημοσίους υπαλλήλους κάθε  δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστού μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του (μισθός),  το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα είναι κατώτερο του ποσοστού των 6/10, καθότι ο οφειλέτης ευρισκόμενος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, και φέροντας στο Δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη του, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής προς το εν λόγω Ταμείο, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης θα καθορίζεται ποσοστό μικρότερο των 6/10. Το ότι παρέχεται στους δανειολήπτες του εν λόγω ταμείου, με βάση το καταστατικό του, η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους και καθορίζονται οι όροι της εν λόγω ρύθμισης, σύμφωνα με τους οποίους το Διοικητικό Συμβούλιο του εν λόγω Ταμείου αποφασίζει τους όρους ρύθμισης δεν αποκλείει την προκείμενη ρύθμιση του ν. 3869/2010, καθότι κατά την πρώτη προβλέπεται μια ρύθμιση των μελών του ταμείου με απόφαση του Δ.Σ., ενώ στην προκείμενη προβλέπεται ρύθμιση, η οποία είναι απότοκος δικαστικής κρίσης. Σε κάθε δε περίπτωση η εξαίρεση του εν λόγω ταμείου, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, καθότι οι δανειολήπτες του εν λόγω ταμείου σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων θα στερούνταν αναιτιολόγητα των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010.
Με την κρινόμενη αίτηση τους, οι αιτούντες επικαλούμενοι ότι έχουν έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, εκθέτουν ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημα τους έχουν μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητούν α) να ρυθμισθούν οι οφειλές τους σε τρία-πέντε έτη και β) να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πρώτη τους κατοικία.
Είναι έγγαμοι και έχουν δύο τέκνα. Ο α αιτών ανήκει στο διοικητικό προσωπικό του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ και ο καθαρός μηνιαίος μισθός του τον μήνα Ιούνιο του 2016 ανέρχεται στο ποσό των 1.011,74 ευρώ, από το οποίο όμως παρακρατείται το ποσό των 263,32 ευρώ από το ΤΠΔ και επομένως το καθαρό ποσό που του αποδίδεται ανέρχεται στα 748,42 ευρώ. Η β’ αιτούσα μέχρι το έτος 2013 εργαζόταν πλην όμως το έτος 2013 απολύθηκε και έκτοτε είναι άνεργη. Επίσης η ως άνω θυγατέρα των αιτούντων είναι άνεργη. Το  ετήσιο εισόδημα για τον α' αιτούντα ανέρχεται στο ποσό των 16.430,17 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και για την β' αιτούσα στο ποσό των 10.645,02 επίσης από μισθωτές υπηρεσίες.
Επίσης η β' αιτούσα διαγνώσθηκε με καρκίνο στον δεξιό μαστό, υποβλήθηκε σε μερική μαστεκτομή και σε ακτινοθεραπείες, μέχρι δε και σήμερα υποβάλλεται σε ενδοκρινή αγωγή. Οι ανωτέρω έχουν περιέλθει χωρίς δική τους υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνουν τις παρακάτω αναφερόμενες ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους.
Περαιτέρω, οι αιτούντες διαθέτουν τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών μία κατοικία που αποτελεί την οικογενειακή στέγη των αιτούντων, η δε αντικειμενική της αξία ορίζεται στα 48.406,71 ευρώ. Επίσης ο α αιτών έχει στην κυριότητα τοι ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο εμπορικής αξίας 800,00 ευρώ. Το περιουσιακό αυτό στοιχείο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας του α' αιτούντος, μετά την αφαίρεση και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας καθ’ όσον πρόκειται για όχημα παλαιότητας 20 ετών με πολύ μικρή εμπορική αξία. Επίσης η β αιτούσα είναι κυρία α) ποσοστού 50 % εξ αδιαιρέτου σε τεμάχιο οικοπέδου καθώς και κατοικίας η οποία έχει κτισθεί επί του ανωτέρω το έτος 1995. Στην ανωτέρω οικία διαμένουν οι γονείς της β αιτούσας η δε αντικειμενική αξία του ανωτέρω ποσοστού της εξ αδιαιρέτου ανέρχεται στα 22.711,20 ευρώ. Το ανωτέρω ακίνητο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η δε εμπορική του αξία, ισούται με την ανωτέρω αντικειμενική του αξία είναι σχετικά μικρή. Β) ποσοστού 50 % εξ αδιαιρέτου σε τεμάχιο οικοπέδου η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στα 162,00 ευρώ. Το ανωτέρω ακίνητο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η δε εμπορική του αξία, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου ισούται με την ανωτέρω αντικειμενική του αξία είναι ελάχιστη γ) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εμπορικής αξίας 3.000,00 ευρώ. Το περιουσιακό αυτό στοιχείο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα την ικανοποίηση της πιστώτριας της β' αιτούσας, μετά την αφαίρεση εξόδων της σχετικής διαδικασίας καθ’ όσον πρόκειται για όχημα παλαιότητας 11 ετών με σχετικά μικρή εμπορική αξία.
 Πιστωτής των αιτούντων είναι το «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ» από σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου οι αιτούντες οφείλουν το συνολικό ποσό των 46.696,96 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης της  Α' κατοικίας, συγκυριότητας των αιτούντων. Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω δανείου ο α αιτών εκχώρησε, μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του, ως και τα δικαιώματά του επί της κύριας και επικουρικής συντάξεως του. Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό του α’ αιτούντος το ποσό των 26.232 ευρώ μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθ. 5 παρ.2 ν.3869/2010 επί της κύριας αιτήσεως του. Συνεπεία της συμβάσεως αυτής (εκχώρησης - παρακράτησης) αφενός μεν κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως η οφειλή των αιτούντων ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου δε ο α' αιτών κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ελάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 728,46 ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε τους αιτούντες, τους περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ’ όσον με το υπόλοιπο του μισθού του α’ αιτούντος, που ανέρχονταν στο ανωτέρω ποσό, το οποίο κατ’ αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των αιτούντων, αδυνατούσαν οι ανωτέρω να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 910,00 ευρώ. Κατά συνέπεια, λοιπόν, το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών των αιτούντων, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ’ όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής των αιτούντων από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής τους, αδυναμία τους ως και την διακινδύνευση της διατροφής τους. Κατά συνέπεια, λοιπόν, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής που δεν οφείλεται σε δόλο, υπό εκπλήρωση της παροχής τους, το υπόλοιπο του δεν εξασφάλιζε το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσης τους.
Περαιτέρω τα μηνιαία εισοδήματα για τον α αιτούντα ανέρχονται στο μηνιαίο ποσό των 1.010,00 ευρώ για δε την β αιτούσα είναι μηδενικά, το δε ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων διαβίωσης εκτεθέντα συντρέχουν συμπλεκτικά οι θετικές και ελλείπουν οι αρνητικές προϋποθέσεις στα πρόσωπα των αιτούντων για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση περί καταβολής μηδενικών μηνιαίων δόσεων για τα επόμενα τρία έτη. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών εν όψει, της ηλικίας του α αιτούντος και του ύψους της οφειλής του θα πρέπει να ορισθούν επί τριετία καταβάλλοντος ο ανωτέρω μηνιαία το ποσό των 100 ευρώ, ποσό που εκτιμάται ότι βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες. Με τις παραπάνω καταβολές θα έχει καταβάλλει επί μία τριετία το ποσό των 3.600 ευρώ, Το συνολικό ποσό των οφειλών των αιτούντων προς το ΝΠΔΔ ανέρχεται σε 46.696,96 ευρώ. Το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής των αιτούντων μετά τις καταβολές επί τριετία από τον α αιτούντα θα ανέρχεται στο ποσό των 43.096,96 ευρώ (46.696,96 -3.600). Έτσι, πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση του δικαιώματος κυριότητας της κύριας κατοικίας συγκυριότητας των αιτούντων, για την οποία θα πρέπει να καταβάλλουν το 80% της αντικειμενικής της αξίας δηλ. το ποσό των 38.725,36 ευρώ (48.406,71 Χ 80%).
Επομένως, έκαστος των αιτούντων θα πρέπει να καταβάλλει το ποσό των 19.362,68 ευρώ. Η καταβολή θα ξεκινήσει τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να ορισθεί σε 20 χρόνια και 240 μηνιαίες δόσεις, ποσού 80,67 ευρώ για κάθε έναν από τους αιτούντες, λαμβανομένων υπ’ όψη της ηλικίας τους και της οικονομικής τους δυνατότητας. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.  Αναστασία Χρ. Μήλιου
Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 213-0338950,  6945-028153
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr
fb: Αναστασία Μήλιου

Σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν αναφορικά με την λειτουργία του κτηματολογίου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Δικαστηρίου, η αναγνώριση του δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

H αγωγή, αυτή μπορεί να είναι είτε αναγνωριστική είτε διεκδικητική και ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον, σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου.

Κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, η αγωγή απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θεωρείται ότι ανήκουν κατά κυριότητα τα ακίνητα που φέρουν την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ», μόλις καταστεί οριστική η πρώτη έγγραφη.

 Σε υπόθεση που εξετάστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Λάρισας, επί αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων που ήταν κύριος διαμερίσματος, το οποίο στο κτηματολόγιο φερόταν ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του, που προέκυψε από έκτακτη 20ετή και άνω χρησικτησία. Συγκεκριμένα, διέμενε στο ακίνητο αυτό χωρίς να έχει κανονικό συμβόλαιο, παρά μόνο προσύμφωνο πώλησης και έκτοτεασκείεπ’αυτούπράξεις νομής και κατοχής, με διάνοια κυρίου  επί χρονικό διάστημα μακρότερο της 20ετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.

Ισχυρίστηκε δε ότι εκ παραδρομής, κατά την εγγραφή στο κτηματολογικό Φύλλο του σχετικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Λ., το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», ζήτησε δεμετηνκρινόμενηαγωγήα) νααναγνωριστείότιείναικύριοςτουεπιδίκουακινήτουκαι β) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή τον επιδίκου διαμερίσματος με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» ώστε να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος αυτού, με τίτλο κτήσης αυτού την έκτακτη χρησικτησία.

Το δικάσαν δικαστήριο έλεγξε για το παραδεκτό της συζήτησης των αιτημάτων της αγωγής ότι καταχωρήθηκε η περίληψη αυτής εμπρόθεσμα στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου Λ., δεν θεώρησε όμως  απαιτούμενη τηνπροσαγωγήπιστοποιητικούΕΝΦΙΑ (ν. 4223/2013), καθόσονκατάτηνκρίσητου, ηδιάταξη, πουκαθιερώνειτοαπαράδεκτοτηςσυζήτησηςτηςαγωγής, ανδενπροσκομιστεί από το διάδικο πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαιώματα ιδιοκτησίας, δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας), με το σκεπτικό ότι δενείναιδυνατόνμίακαθαράφορολογικήδιάταξη, πουδεναφοράστηνπροστασίατωνσυναλλασσομένωνσεσχέσημεταακίνηταήδενεπιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας, καθώς στόχοςτηςδίκηςπρέπειναείναιπάντοτεηέκδοσητηςαπόφασηςεπίτηςουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης. 

Το Δικαστήριο απέρριψε τη ένσταση του Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία του «ως αγνώστου ιδιοκτήτη», καθώς σύμφωνα με το άρθρου 4 εδαφ. β' του ν. 3127/2003, σε οικισμούς, που προϋφίστανται του έτους 1923, είναι δυνατή η χρησικτησία έναντι του Δημοσίου, εφόσον μέχρι την έναρξη του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι το 2003, ο δικαιούχος νέμεται το ακίνητο επί 10 έτη αδιατάρακτα και έχει ο ίδιος ή οι δικαιοπάροχοί του νόμιμο τίτλο.

Έτσι έγινε δεκτή η αγωγή και α) αναγνωρίστηκε  το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο διαμέρισμα, και β) διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής του οικείου Κτηματολογικού Φύλλου του σχετικού Βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου και ενεγράφη  ο ενάγων ως κύριος του διαμερίσματος.

Αναστασία Χρ. Μήλιου

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

fb: Αναστασία Μήλιου

More Articles ...

e horos logo