Γράφει η δικηγόρος παρ’ Α.Π. Αναστασία Χρ. Μήλιου

Από τις 16 Σεπτεμβρίου 2021 ίσχυσαν οι νέες διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου για την συνεπιμέλεια δηλαδή την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων και από τους δύο γονείς, που πρακτικά σημαίνει ότι τα παιδιά θα διαμένουν και με τους δύο γονείς ισάριθμα χρονικά διαστήματα.

Οι πρώτες αποφάσεις των δικαστηρίων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων άρχισαν να δημοσιεύονται και έτσι μπορούμε να δούμε πώς πρακτικά αντιμετωπίζουν το θέμα οι δικαστές και τι ορίζουν σχετικά με το χρόνο που θα διαμένουν τα παιδιά με τους δύο γονείς και πώς λύνουν τα πρακτικά θέματα που ανακύπτουν.

Ας ξεκινήσουμε από τι ισχύει νομικά και στην συνέχεια θα δούμε πώς αυτό εφαρμόζεται στην πράξη.

Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα πλέον ισχύουν,προκύπτει ότι μεταβάλλεται το ισχύον μέχρι τώρα δίκαιο στο κεφάλαιο της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων, χωρίς βέβαια να αναιρείται ο παιδοκεντρικός πυρήνας του. Επομένως, πάντα παραμένει στο επίκεντρο η προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου. Όμως, μετά την ως άνω μεταβολή, ενώ προγενέστερα προκρινόταν η αποκλειστική επιμέλεια, προκρίνεται πλέον η συνεπιμέλεια των γονέων επί των ανηλίκων τέκνων τους, μόνο, δε, όταν προκύπτει ότι αυτή θα αποβεί εις βάρος του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η επιμέλεια στον ένα γονέα, με απόφαση που θα αιτιολογεί την ως άνω παρέκκλιση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει την ανάθεση στον ένα γονέα το άρθρο 1514 ΑΚ.

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να διεκδικήσει την συνεπιμέλεια ή αγωγή μπορεί να κάνει ο γονέας ακόμα και αν έχει εκδοθεί ήδη απόφαση του δικαστηρίου για ανάθεση της επιμέλειας με το προηγούμενο καθεστώς αρκεί να μην είναι αμετάκλητη.

Οι δύο γονείς στην συγκεκριμένη περίπτωση άσκησαν δύο διαφορετικές αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων. Ο δε πατέρας ζητούσε με την αίτησή του την από κοινού με την μητέρα επιμέλεια των τέκνων και επικουρικώς το δικαίωμα επικοινωνίας του, η δε μητέρα την αποκλειστική επιμέλεια και τον ορισμό διατροφής.

Το δικαστήριο εξετάζοντας την υπόθεση και τους μάρτυρες αυτής, στάθηκε σε ένα πολύ σημαντικό γεγονός: Την πολύ καλή σχέση που είχε ο πατέρας με τα παιδιά του όλο το διάστημα που είχε διασπασθεί η έγγαμη σχέση. Τα παιδιά που είναι πολύ μικρής ηλικίας έμεναν μαζί του και μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς η απουσία της μητέρας να δημιουργεί στενοχώρια ή κάποιο άλλο πρόβλημα στα παιδιά. Εκεί φαίνεται ότι επικεντρώθηκε το δικαστήριο που έκρινε ότι μπορούν τα παιδιά να ζουν ισόχρονα με τους δύο γονείς τους.

Το σκεπτικό της απόφασης έχει ως εξης:

Οι δύο αιτούντες έχουν δυο τέκνα, ηλικίας 5 και 2 ετών περίπου. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε το 2021. Υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου συμφώνησαν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, την αποχώρηση του συζύγου από την οικογενειακή στέγη, τη διαμονή των τέκνων στην οικογενειακή στέγη με τη μητέρα τους, την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους από κοινού, την ελεύθερη επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα του, τη δυνατότητα της τηλεφωνικής και διαδικτυακής επικοινωνίας οποιαδήποτε στιγμή. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, τα τέκνα διέμεναν αρχικά με τον πατέρα τους και βράδια, ενώ κατά τους θερινούς μήνες, διέμειναν μαζί του 15 συνεχόμενες ημέρες τον Ιούλιο και 15 συνεχόμενες ημέρες τον Αύγουστο, στην πατρική οικία του πατέρα, ο οποίος διαμένει και με τη μητέρα του (γιαγιά των παιδιών), χωρίς, παρά το πολύ μικρό της ηλικίας τους, να εκφράσουν οποιαδήποτε δυσαρέσκεια για την απουσία της μητέρας τους, επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως παραδέχθηκε και ο μάρτυρας της μητέρας. Μάλιστα έχει φροντίσει να δημιουργήσει ιδιαίτερο χώρο στην πατρική οικία για τα τέκνα του, χώρο τον οποίο έχει επιμεληθεί ώστε να δημιουργεί ένα πολύ ευχάριστο περιβάλλον για τα τέκνα του.

Παρ’ όλα αυτά πιθανολογείται ότι η μητέρα, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο πατέρας εκφράζεται σε συγγενείς και φίλους αρνητικά για το πρόσωπό της, το τελευταίο χρονικό διάστημα εμφάνισε απροθυμία να τηρεί την ανωτέρω συμφωνία, με αποτέλεσμα να φέρνει προσκόμματα στην ελεύθερη επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα του. Η ως άνω σχέση όμως του πατέρα με τα τέκνα του, όπως καταδεικνύεται από το προαναφερόμενο γεγονός της πολυήμερης παραμονής μαζί τους, χωρίς το γεγονός αυτό να προκαλεί στα τέκνα δυσάρεστα συναισθήματα εξαιτίας της απουσίας της μητέρας, πιθανολογείται ότι είναι πολύ στενή και σφυρηλατημένη στο χρόνο, δηλαδή ακόμη και κατά το χρονικό διάστημα που οι διάδικοι βρίσκονταν στην έγγαμη συμβίωση. Τούτο επιβεβαιώνεται απ’ όλους τους ενόρκως βεβαιούντες, εκ των οποίων ο ένας είναι κουμπάρος της οικογένειας και η άλλη οικογενειακή φίλη και αφενός συνδέονταν στενά και με τους δυο διαδίκους και αφετέρου γνώριζαν από πολύ κοντά τις συνθήκες που επικρατούσαν στην οικογένεια. Φυσικά και η σχέση της μητέρας με τα ανήλικα τέκνα της είναι πολύ στενή. Ενόψει τούτων, πιθανολογείται ότι στην προκειμένη περίπτωση, η επιμέλεια πρέπει να ανατεθεί από κοινού και εξίσου στους δυο γονείς, εφαρμοζομένου του κανόνα που επιβάλλουν οι νέες διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, με την επισήμανση ότι πρέπει αμφότεροι να συνεχίσουν να προσπαθούν για την αρμονική ανατροφή των τέκνων τους, να διαφυλάσσουν και να ενισχύουν τη σχέση των τέκνων τους με τον άλλο γονέα καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα και να παραλείπουν οποιαδήποτε αρνητική αναφορά στο πρόσωπο του άλλου γονέα. Τα ανωτέρω πιθανολογούνται και από το ιατρικό σημείωμα της παιδοψυχιάτρου, η οποία διέγνωσε ότι το κορίτσι είναι φροντισμένο, καθαρό, είχε καλή βλεμματική και συναισθηματική επαφή, θετική στην επικοινωνία και αναφέρεται με θετικό τρόπο και στους δυο γονείς, περιγράφοντας με ικανοποίηση ευχάριστες δραστηριότητες που πραγματοποιεί μαζί τους καθώς μοιάζει να έχει θετικά επενδεδυμένη σχέση και με τους δύο, χωρίς η γενική σύσταση ότι τα τέκνα των διαζευγμένων γονέων έχουν ανάγκη από σταθερότητα συμπεριφορών και περιβάλλοντος, να οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα. Τα τέκνα θα διαμένουν ανά μια εβδομάδα στην οικία κάθε γονέα, ήτοι την μια εβδομάδα στην οικία του πατέρα και μια εβδομάδα στην οικία της μητέρας. Ο πατέρας θα παραλαμβάνει τα τέκνα από την οικία της μητέρας την Παρασκευή το απόγευμα, ώρα 18.00 και θα τα παραδίδει στην οικία της μητέρας την επόμενη Παρασκευή το απόγευμα ώρα 18.00. Επίσης, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, μια εβδομάδα θα διαμένουν με τον πατέρα τους και μια εβδομάδα με τη μητέρα τους, κατά τρόπο ώστε στη γιορτή των Χριστουγέννων να είναι με τον ένα γονέα και στη γιορτή της Πρωτοχρονιάς με τον άλλο γονέα, την επόμενη, δε, χρονιά θα συμβαίνει το αντίστροφο, ενώ το Πάσχα, τη μια εβδομάδα θα είναι την Κυριακή του Πάσχα με τον ένα γονέα και την άλλη χρονιά με τον άλλο γονέα. Το καλοκαίρι, δε, θα είναι 15 μέρες συνεχόμενες τον Ιούλιο και τον Αύγουστο με τον πατέρα τους και 15 μέρες συνεχόμενες με τη μητέρα τους. Τέλος, δεδομένου ότι ορίζεται συνεπιμέλεια κάθε γονέας έχει το δικαίωμα, όταν τα τέκνα τους, διαμένουν με τον άλλον γονέα, να επικοινωνούν με αυτά, είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνικά είτε διαδικτυακά.

Δεδομένου ότι τα τέκνα θα διαμένουν ισόχρονα με τους δυο γονείς τους, τα έξοδα διατροφής του θα τα επιβαρύνεται ο γονέας με τον οποίο θα διαμένουν κάθε φορά. Συνεπώς, το αίτημα της μητέρας για καταβολή διατροφής, απορρίπτεται.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                     ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

     Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

                   e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Είναι γεγονός ότι το Brexitέχει φέρει αναστάτωση σε πολλούς τομείς της ζωής όχι μόνο των Βρετανών αλλά και των υπολοίπων Ευρωπαίων που ζουν και εργάζονται εκεί. Μεταξύ αυτών και των Ελλήνων που η ανεργία και η οικονομική κρίση ώθησε τα τελευταία χρόνια να μετακομίσουν στην Μεγάλη Βρετανία για μια αξιοπρεπή θέση εργασίας.

Αρκετοί υποχρεώθηκαν να αλλάξουν το ονοματεπώνυμο τους με την απλή διαδικασία του Deedpoll, υιοθετώντας ένα πιο εύκολο, εύηχο κ απλό σε προφορά ονοματεπώνυμο. Η βασική αλλαγή έγινε στα επώνυμα που στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου εύκολο βάσει του νόμου, να αλλάξουν.

Αντίθετα στην Mεγάλη Βρετανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες η αλλαγή του επωνύμου γίνεται με μια απλή μονομερή δήλωση που υπογράφεται από τον ενδιαφερόμενο και από έναν ακόμα μάρτυρα. Με τη μονομερή αυτή δηλωση μπορεί να αλλάξει αυτομάτως ακόμα και το βρετανικό διαβατήριο.

Για τους Έλληνες που έχουν και τις δύο ιθαγένειες και άρα δύο διαβατήρια τα πράγματα πριν το Brexit ήταν απλά. Χρησιμοποιούσαν το βρετανικό διαβατήριο για όλες τις μετακινήσεις τους εντός και εκτός Βρετανίας και το ελληνικό διαβατηριο το είχαν παρατημένο και ξεχασμένο σε κάποιο συρτάρι με το ελληνικό όνομα.

Μετά το Brexit η ανανέωση του βρετανικού διαβατηρίου για τον Έλληνα που έχει διπλή ιθαγένεια προϋποθέτει ότι το όνομα του και στο ελληνικό διαβατήριο είναι το ίδιο, αλλιώς δημιουργούνται επιπλοκές στην έκδοση του νέου βρετανικού διαβατηριου και στην εν συνεχεία χρήση του αφού αναφράγεται σε αυτό και το ελληνικό διαφορετικό όνομα.

Για δε αυτούς που δεν είχαν μέχρι τώρα βρετανικό διαβατηριο, ακόμα και αν έχουν αλλάξει τα στοιχεία τους με το deedpollτο νέο βρετανικό διαβατηριο θα εκδοθεί με τα ελληνικά ονόματα οπότε πάλι υπάρχει δυσχέρεια στην χρήση του καθώς όλα τα στοιχεία σε τράπεζες, πιστοποιητικά, διπλώματα οδήγησης κ.τ.λ. θα είναι με τα στοιχεία του deedpoll, αλλά το διαβατήριο με τα ελληνικά στοιχεία.

Τι γίνεται επομένως σε αυτή την περίπτωση;

Το deedpoll είναι μια διοικητική πράξη που είναι νόμιμη και έχει ισχύ σε όλες τις χώρες.

Επομένως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αναγνωρισθεί η ισχύ της στην Ελλάδα και να επέλθουν και στα ελληνικά έγγραφα, πιστοποιητικό γέννησης και ταυτότητα, αυτά που ισχύουν στα βρετανικά.

Απαιτείται αίτηση ενώπιον του Ελληνικού Δικαστηρίου, με την οποία αιτούμαστε να αλλάξει το ονοματεπώνυμο στην Ελλάδα και αυτή η αλλαγή να καταχωρηθεί στις δημόσιες εκείνες υπηρεσίες που θα επιτρέψουν την αλλαγή του ονόματος και στο ελληνικό διαβατήριο μας, ώστε να επέλθει πλήρη ταυτοπροσωπία μεταξύ του ελληνικού και του βρετανικού ονόματος.

Οι υποθέσεις αυτές δικάζονται σε λίγους μήνες από την κατάθεση της αίτησης και η έκδοση της απόφασης δεν αργεί πολύ. Ο μέσος εκτιμώμενος χρόνος ολοκλήρωσης της διαδικασίας αυτής είναι 8 μήνες περίπου.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ 
                     ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ
            Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
     Τηλ. 6945-028153, 213-0338950
                    e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
        www.legalaction.gr, fb: Αναστασία Μήλιου
 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Η απαίτηση του κάθε συζύγου είναι, κατ` αρχήν, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής. Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής.

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων,

β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου

γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και

δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου.

Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται ή περιουσία, ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση έγιναν δεκτά τα εξής από το Εφετείο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό αγωγή του ενάγοντος συζύγου κατά της εναγομένης συζύγου του. Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το 2000, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε συναινετικά. Κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου τους η εναγομένη σύζυγος δεν είχε περιουσία και ήταν άνεργη. Ο ενάγων εργαζόταν αρχικά, από το έτος 1995 και μέχρι το 2008 ως προϊστάμενος ασφαλείας και το 2008 προσλήφθηκε ως βοηθός υγειονομικού προσωπικού σε Νοσοκομείο. Η εναγομένη τα πρώτα χρόνια του γάμου δεν εργάσθηκε, πέρα από ένα εξάμηνο του έτους 2001, κατά τη διάρκεια του οποίου έκανε πρακτική άσκηση σε ένα λογιστικό γραφείο και απασχολήθηκε με μειωμένο ωράριο ως υπάλληλος σε κατάστημα. Περίπου ένα έτος μετά τη γέννηση της κόρης τους, δηλαδή το 2003, η εναγομένη άρχισε να εργάζεται σε εταιρεία. Τα ετήσια εισοδήματα του ενάγοντος από την εργασία του υπερείχαν πάντοτε αυτών της εναγομένης. Συγκεκριμένα το σύνολο των εισοδημάτων του ενάγοντος, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης, ανήλθαν στο ποσόν των 136.939,32 και αυτών της εναγομένης στο ποσόν των 58.590 ευρώ. Λίγους μήνες μετά την τέλεση του γάμου, με συμβόλαιο γονικής παροχής, η εναγομένη απέκτησε ένα οικόπεδο έκτασης 3 στρεμματων. Το επόμενο έτος οι διάδικοι αποφάσισαν να ανεγείρουν μονοκατοικία επί του οικοπέδου της εναγομένης ώστε να αποκτήσουν ιδιόκτητη οικογενειακή στέγη και εκδόθηκε μετά από κοινή αίτησή τους οικοδομική άδεια. Τα έξοδα για την έκδοση αυτής, τη σύνταξη του τοπογραφικού και την αμοιβή της μηχανικού, ανερχόμενα στο ποσό των 2.000 ευρώ, καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα. Για την περαιτέρω χρηματοδότηση της ανέγερσης της οικοδομής η εναγομένη έλαβε δάνειο ποσού 58.694 ευρώ στο οποίο ο ενάγων υπέγραψε ως εγγυητής. Το δάνειο εκταμιεύθηκε στο όνομα της εναγομένης, διότι αυτή ήταν η κυρία του οικοπέδου αλλά για την έγκρισή του ελήφθη υπόψη η οικονομική κατάσταση και δη το εισόδημα του ενάγοντος, δοθέντος ότι η εναγομένη τότε δεν εργαζόταν. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών. Η ανεγερθείσα οικία αποτελείται από ισόγειο, υπόγειο και βοηθητικούς χώρους. Το κόστος για την ανέγερση της παραπάνω οικίας και τη διαμόρφωση και αξιοποίηση του περιβάλλοντα χώρου, ανήλθε στο ποσόν των 100.000 ευρώ. Εξ αυτών το ποσόν των 58.694 ευρώ προήλθε από το δάνειο, τις δόσεις του οποίου κατέβαλε η εναγομένη, αρχικά με τη βοήθεια του πατέρα της, καθόσον η ίδια ήταν άνεργη, από το έτος όμως 2003 και μετά, που αυτή άρχισε να εργάζεται, τις κατέβαλε από τα εισοδήματά της από την εργασία της. Το υπόλοιπο ποσόν το συνεισέφερε ο ενάγων. Ειδικότερα, ο ενάγων δαπάνησε για την ανέγερση και αποπεράτωση της ως άνω οικίας το ποσόν των 15.000 ευρώ, το οποίο προήλθε από ισόποση δωρεά της μητέρας του προς αυτόν και το ποσόν των 21.306 ευρώ το οποίο προήλθε από τα εισοδήματα από την εργασία του. Επίσης αποδείχθηκε ότι επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς οικονομικοί πόροι για την πρόσληψη εργατών για όλες τις απαιτούμενες εργασίες, ο ενάγων προσέφερε προσωπική εργασία για την αποπεράτωση της οικίας και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Εργάστηκε για τη διαμόρφωση του λεβητοστασίου, του χώρου στάθμευσης των οχημάτων, την κατασκευή του πλακόστρωτου διαδρόμου πέριξ της οικίας, των φρεατίων για τα όμβρια ύδατα και την περίφραξη του οικοπέδου. Ασχολήθηκε δηλαδή με τις χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνταν για την εκτέλεση των παραπάνω κατασκευών, δηλαδή με την παρασκευή σκυροδέματος, τη μεταφορά και την τοποθέτηση των οικοδομικών υλικών ενώ τέλος χρωμάτισε τα κιγκλιδώματα της οικίας τους. Λαμβανομένου υπόψη ότι εργαζόταν, δεν είχε την ευχέρεια να προσφέρει την κατά τα ανωτέρω εργασία του επί 8 ώρες ημερησίως αλλά εργαζόταν αναλόγως της κάθε φοράς δυνατότητάς του. Η εργασία του αυτή αποτιμώμενη σε μισθωτή εργασία αντιστοιχεί σε 100 ημερομίσθια ποσού 30 ευρώ καθένα, δηλαδή η αξία της υπολογίζεται στο ποσόν των 3.000. Σημειωτέον ότι η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών του ενάγοντος δεν επιβάλλονταν από την υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες και ήταν πέραν αυτής. Επομένως, η αποτίμηση της συμβολής του ενάγοντος στην κατασκευή της παραπάνω οικίας που αποτελεί και τη μοναδική περιουσία της εναγομένης κατά το κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανέρχεται στο συνολικό ποσόν των 41.306 (2.000 + 15.000 + 21.306 + 3.000) ευρώ. Με αναγωγή δε σε ποσοστό επί τοις εκατό ο ενάγων συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά 41,30%. Περαιτέρω, η αξία της περιουσίας της εναγομένης κατά τον χρόνο που η απόφαση της λύσης του γάμου των διαδίκων κατέστη αμετάκλητη, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανερχόταν στην κατά το χρόνο εκείνο αξία της άνω οικίας, ανερχομένης στο ποσό των 150.000 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένης στο παραπάνω ποσόν της αξίας του οικοπέδου το οποίο ως προϊόν γονικής παροχής δεν συνυπολογίζεται), αφαιρουμένου του ποσού των 25.000 ευρώ που αποτελεί το υπόλοιπο του δανείου, με την καταβολή του οποίου βαρύνεται η εναγομένη. Επομένως, η συμμετοχή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 51.625 ευρώ (150.000 - 25.000 = 125.000 X 41,30%), ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα νομιμότοκα από την άσκηση της αγωγής.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

 

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Παρ’Α.Π. Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Πολύ σοβαρό πρόβλημα με το Δημοτολόγιο και την αλλαγή του επωνύμου τους στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν οι Ελληνίδες που διαμένουν μόνιμα στην Γερμανία αλλά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, έχουν εκεί παντρευτεί και κάνει την οικογένειά τους.

Στις χώρες αυτές οι γυναίκες σύζυγοι είθισται μετά τον γάμο να παίρνουν το επώνυμο του συζυγου τους με μια απλή δήλωση στο Ληξιαρχειο κατά την σύνταξη και καταχώρηση της ληξιαρχικής πράξης του γάμου τους.

Οι γυναίκες αυτές πολλές από τις οποίες κάνουν και καριέρα στο εξωτερικό, γίνονται γνωστές με το συζυγικό επώνυμο, κάνουν παιδιά και κάποια στιγμή έρχεται η ώρα που θέλουν να καταχωρήσουν τα παιδιά τους και στα ελληνικά δημοτολόγια, να ανοίξουν οικογενειακή μερίδα στην Ελλάδα και εκεί αρχίζουν τα προβληματα.

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπεται με τον γάμο η αλλαγή του επωνύμου της γυναίκας ή του άνδρα συζύγου. Μόνο με δήλωση στο ληξιαρχείο κατά τον γάμο μπορεί ο καθένας από τους δύο να δηλώσει ότι επιθυμεί στο πατρικό του επώνυμο να προσθέσει και το επώνυμο του συζύγου του, αλλά μέχρι εκεί. Δεν μπορεί να αλλάξει και να πάρει μόνο το επώνυμο του συζυγου. Αυτό όμως είναι ένα γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτά που προβλέπονται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες όπου ο καθένας μπορεί να έχει όποιο επώνυμο θέλει και κυρίως το επώνυμο του συζύγου του μετά το γάμο.

Αποτέλεσμα αυτής της διαφοράς είναι συνήθως οι γυναίκες σύζυγοι Γερμανών να έχουν άλλα στοιχεία και επώνυμο στην Γερμανία και άλλο επώνυμο στην Ελλάδα. Όταν δε έρθει η ώρα να καταχωρήσουν τις γεννήσεις των παιδιών τους διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν γιατί τα στοιχεία στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του παιδιού μπορεί να μην ταιριαζουν με τα στοιχεία με τα οποία είναι καταχωρημένες στην Ελλάδα. Δηλαδή αν η ληξιαρχική πράξη γέννησης του παιδιού αναφέρει το επωνυμο της μητέρας μετά το γάμο τότε δεν θα υπάρξει η απαραίτητη ταυτοπροσωπεία των στοιχείων της μητέρας του ώστε να γίνει η καταχώρηση στην Ελλάδα. Πολλες δε γυναίκες στην πορεία αποκτούν και την γερμανική υπηκοότητα και το γερμανικό του διαβατήριο φέρει άλλο επώνυμο από το ελληνικό.

Πώς αλήθεια πρέπει να αντιμετωπίζουμε αυτές τις περιπτώσεις; Τι μπορούν να κάνουν αυτές οι γυναίκες για να έχουν ταυτοπροσωπεία;

Έχει παρατηρηθεί ότι το πρόβλημα ξεκινά από την καταχωρηση του γάμου στο Ειδικό Ληξιαρχείο. Εκεί είναι που πρέπει να γίνει σωστά η καταχώρηση των στοιχείων. Θα πρέπει λοιπόν η πράξη του γάμου να συνταχθεί στο Ελληνικό Προξενείο ώστε να αναφερθεί ρητά, ότι η σύζυγος λαμβάνει το επώνυμο του συζύγου της και ότι στο εξής θα αποκαλείται με αυτό. Είναι σημαντικό να αναφερθεί η ιθαγένεια του συζύγου και αν έχει την ελληνική και την αλλοδαπή είναι προτιμότερο να αναφέρει την αλλοδαπή ή και τις δύο αν είναι εφικτό, διότι διευκολύνει την διαδικασία. Αυτό θα πρέπει να καταχωρηθεί και στο Ειδικό Ληξιαρχείο. Λογικά μετά η διαδικασία θα πρέπει να είναι ομαλή. Αυτό δεν συμβαίνει όμως πάντα λόγω του ότι στην Ελλάδα δεν προβλέπεται η μεταβολή του επωνύμου λόγω γάμου και εν τέλει δεν καταχωρείται η αλλαγή στα πιστοποιητικά.

Αν εν τέλει δεν καταχωρηθεί το επώνυμο του συζύγου, τότε μόνο μέσω δικαστικής απόφασης μπορεί να γίνει η διόρθωση. Η διόρθωση αυτή μπορεί να γίνει στα στοιχεία του Ειδικού Ληξιαρχείου και στο Δημοτολόγιο. Δεν μπορεί να γίνει στην αλλοδαπή πράξη γάμου. Για αυτό και σε εκείνη θα πρέπει τουλάχιστον ρητά να αναφέρεται ότι η σύζυγος μετά τον γάμο λαμβάνει το επώνυμο του συζύγου της.

Αν η σύζυγος έχει λάβει και την αλλοδαπή υπηκοότητα, τότε η διαδικασία για την διόρθωση του επώνυμου μέσω της έκδοσης δικαστικής απόφασης είναι πιο εύκολη διότι αποκτάται ένα επιπλέον νομικό επιχείρημα για την ισχύ του αλλοδαπού δικαίου στην Ελλάδα.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

 

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ & ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Συμβαίνει πολύ συχνά η αναζήτηση και αγορά μεταχειρισμένου αυτοκίνητου για λόγους οικονομικούς. Είναι δε γνωστό, ότι στο παρελθόν έχει συμβεί και αποκαλυφθεί ότι τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα έχουν πραγματικά ελαττώματα άλλοτε σοβαρά που επηρεάζουν ακόμα και την ίδια την ασφάλεια του αυτοκινήτου και άλλοτε όχι τόσο σοβαρά αλλά αν ήταν γνωστά η πώληση να μην είχε πραγματοποιηθεί ή να γινόταν με χαμηλότερο τίμημα όπως, π.χ. με τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που φέρονται να έχουν πειραγμένο χιλιομετρητή.

Νομικά, επί πωλήσεως πράγματος που έχει έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα, ο πωλητής έχει ευθύνη έναντι του αγοραστή, για αντικατάσταση του κατ' είδος ορισμένου πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος ή για μείωση του τιμήματος ή και αποζημίωση του αγοραστή για την ζημία την οποία υπέστη, συνεπεία της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος. 

           Σε περίπτωση, που κατά το χρόνο της αγοράς του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου στον αγοραστή, υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται:

Α) να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες,

Ή

Β) να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Επιπρόσθετα, όταν υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους.

Πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγοράς του και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της.

Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως και παρέχει στον αγοραστή και το δικαίωμα να αξιώσει, τη διόρθωση του πράγματος ή τη μείωση του τιμήματος. Το δικαίωμα μειώσεως του τιμήματος μπορεί να ασκηθεί είτε δικαστικά με αγωγή είτε εξώδικα με σχετική μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή, η οποία διαπλάσσει τη νέα έννομη κατάσταση και επιφέρει τα ενοχικά αποτελέσματα της από τη χρονική στιγμή που θα περιέλθει στον πωλητή. Έκτοτε, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εφόσον το τίμημα κατεβλήθη ολοσχερώς από τον αγοραστή, να επιστρέφει σ' αυτόν το τμήμα εκείνο του τιμήματος κατά το οποίο μειώθηκε τούτο με την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος (αγωγής ή εξωδίκου).

Περαιτέρω, μπορεί να υπάρξει και επιπλέον υποχρέωση του πωλητή να αποζημιώσει τον αγοραστή και να ικανοποιήσει την ηθική του βλάβη, όταν η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του πωλητή και εφόσον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε.

Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε. Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, ώστε να δικαιολογεί περαιτέρω αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι ωστόσο δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον να μην προκαλεί κανείς υπαιτίως ζημία σε άλλον. Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και αδικοπρακτικής ευθύνης του πωλητή, θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του, όπως συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να δημιουργήσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων.

          Στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει σύμβασης πωλήσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος αγοραστή και της εναγομένης πωλήτριας, η τελευταία μεταβίβασε του την κυριότητα, ενός επιβατικού μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 14.450 ευρώ. Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως η εναγομένη υποσχέθηκε στον αγοραστή την πλήρη και κανονική λειτουργία του άνω αυτοκινήτου, απαλλαγμένου τούτου πραγματικών ελαττωμάτων, που θα μείωναν την αξία και την χρησιμότητα του και ότι αυτό έφερε όλες τις συνομολογημένες ιδιότητες του, με βάση το εργοστάσιο κατασκευής του, τον τύπο του και την όλη λειτουργικότητα του, πιστοποιώντας σε ειδικό βιβλίο της ότι εγγυάται για διάστημα τριών (3) ετών, την ανυπαρξία σκουριάς στο αμάξωμα του οχήματος, το ότι αυτό ήταν ατρακάριστο, ότι δεν έφερε καμία μηχανική βλάβη και ότι είχε υποστεί βιολογικό καθαρισμό.

Όμως το άνω αυτοκίνητο κατά την πώληση του έφερε πραγματικό ελάττωμα κεκαλυμμένο και δη βλάβη στον κινητήρα του, η οποία εμφανίστηκε τρεις μήνες από το χρόνο της πώλησης του και είχε ως συνέπεια την πρόκληση και περαιτέρω ζημιών του. Συγκεκριμένα ο ενάγων ξεκίνησε να οδηγεί το ως άνω αυτοκίνητο με συνεπιβάτες τη σύζυγο του και τον υιό τους. Φθάνοντας στην Αττική οδό, στο ύψος της διαδρομής κοντά στο Μαρούσι, η θερμοκρασία εντός του αυτοκινήτου έφθασε σε σημείο ανυπόφορο και τα ηλεκτρολογικά του συστήματα επεδείκνυαν με ανάλογο φωτισμό μηχανική βλάβη, οπότε ο ενάγων σταμάτησε το όχημα σε παρακείμενο χώρο για να μην υποστεί περαιτέρω απρόβλεπτες ζημίες και κάλεσε την οδική βοήθεια της Αττικής οδού. Ο τεχνικός που κατέφθασε είπε στον ενάγοντα και την οικογένεια του ότι μάλλον είχε καεί η φλάντζα του αυτοκινήτου, ότι είχαν χυθεί σε όλο το χώρο της μηχανής του υγρά του ψυγείου της από την υπερθέρμανση και ότι αυτό δεν μπορούσε να κινηθεί αυτοδυνάμως. Κατόπιν τούτου το παραπάνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με γερανοφόρο όχημα προς επισκευή στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της αντιπροσωπείας CITROEN, με τον διακριτικό τίτλο «Ωμέγα Ελλάς», της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... Ε.Π.Ε.», όπου διαπιστώθηκαν εκτεταμένες βλάβες του και δη προϋπάρχουσα βλάβη του κινητήρα του, που εμφάνισε στρέβλωση του συστήματος μπλοκαρίσματος του, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κίνηση του χωρίς τριβή των εσωτερικών τμημάτων της μηχανής του και από το απότομο και ανεξέλεγκτο ανέβασμα της θερμοκρασίας του αυτοκινήτου, να υφίσταται κίνδυνος της ανά πάσα στιγμή ανάφλεξης του. Κατά σύσταση του άνω συνεργείου το αυτοκίνητο έπρεπε να μεταφερθεί στο συνεργείο της εναγομένης, προκειμένου να επισκευασθεί με έξοδα και δαπάνες της τελευταίας, με βάση την τριετή εγγύηση, που είχε χορηγήσει στους άνω αγοραστές για την καλή μηχανική λειτουργία του αυτοκινήτου κατά την πώληση του και ότι η ζημία του καλυπτόταν απ' αυτήν. Πράγματι το άνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με γερανό στο συνεργείο της εναγομένης, για να επισκευασθεί με έξοδα και δαπάνες της, πλην όμως, παρότι το αυτοκίνητο παρέμεινε εκεί επί 27 ημέρες, η εναγομένη αδιαφορώντας δεν προέβη σε επισκευή του, οπότε ο ενάγων αναγκάστηκε να μεταφέρει εκ νέου το αυτοκίνητο στο άνω εξουσιοδοτημένο συνεργείο CITROEN προς επισκευή του, για την οποία καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 3.200 ευρώ.

Συγκεκριμένα για αγορά των ανταλλακτικών, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 2.318,60 € και για την εκτέλεση των εργασιών, κατέβαλε το ποσό των 881,40 €. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι παρά την επισκευή του αυτοκινήτου, εξαιτίας του άνω ελαττώματος του και λαμβανομένων υπόψη του ύψους, της φύσης, του είδους και της έκτασης των προκληθεισών εξαιτίας του άνω ελαττώματος ζημιών του, υπέστη μείωση της αγοραστικής του αξίας, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 600 ευρώ. Η εναγομένη ως εταιρεία ειδικευμένη στην πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, γνώριζε ότι το αυτοκίνητο έφερε σοβαρό μηχανικό ελάττωμα κατά την πώληση του, που μπορούσε να διαπιστωθεί από τους τεχνικούς συμβούλους της, με απλό έλεγχο της μηχανής του οχήματος, ώστε αυτό ή να επιδιορθωθεί πρώτα και μετά να πωληθεί ή να μειωθεί η αξία πωλήσεως του, κατά το ποσό που το τίμημα εκ των πραγμάτων θα απομειωνόταν, με βάση τη δαπάνη αποκαταστάσεως του πραγματικού ελαττώματος, που αυτό έφερε και έπρεπε πριν την πώληση, με βάση την καλή συναλλακτική πίστη, τα χρηστά ήθη και την συναλλακτική ευθύτητα, να επιδιορθωθεί. Η εναγομένη ευθύνεται από την σύμβαση για το κρυμμένο ελάττωμα που έφερε το αυτοκίνητο κατά την πώληση του, που διαπιστώθηκε εντός εξαμήνου και συνεπώς, τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παράδοση αυτού και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στον ενάγοντα-αγοραστή του επίδικου αυτοκινήτου ανάλογη αποζημίωση. Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία πέραν του ότι αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, συνιστά και αδικοπραξία, καθόσον αυτή αν και γνώριζε κατά το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου στον ενάγοντα - αγοραστή την ύπαρξη του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, εντούτοις δολίως το απέκρυψε και παριστάνοντας του ψευδή γεγονότα ως αληθή πέτυχε να της καταβάλει ο ενάγων-αντισυμβαλλόμενός της το άνω ποσό του τιμήματος κατά το ανάλογο ποσοστό της συγκυριότητας του. Εξαιτίας της άνω αδικοπραξίας της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 600 ευρώ.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Από το 1990 ως το 2004 είχαν δοθεί περίπου 40.000 δάνεια πόσου 60.000 ευρώ σε παλιννοστούντες ομογενείς, στο πλαίσιο του κρατικού προγράμματος της στεγαστικής τους αποκατάστασης με εγγύηση του δημοσίου.

Τα περισσότερα από τα δάνεια των παλιννοστούντων αν και δεν ήταν εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά κατοικίας.

Τα δάνεια παλιννοστούντων εν μέσω της μεγάλης οικονομικής κρίσης που εμφανίστηκε στην χώρα, σταμάτησαν στις περισσότερες των περιπτώσεων να εξυπηρετούνται. Στα δάνεια παλιννοστούντων ήταν συμβεβλημένο και το ελληνικό δημόσιο ως εγγυητής για κάποιο ποσό ή και για όλο το δάνειο ανάλογα με τους όρους της δανειακής σύμβασης.

Ο λόγος αυτός δημιούργησε νομικούς προβληματισμούς για το αν τα δάνεια αυτά μπορούσαν να υπαχθούν στην ρύθμιση του Ν. Κατσέλη, δηλαδή στην ρύθμιση για τα υπερχρεωμένα. Υπήρξε γνωμοδότηση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους θετική και το πρόβλημα λύθηκε. Το 2018 υπουργική απόφαση όριζε ότι για τα δάνεια παλιννοστούντων μπορεί να ρυθμίσει η τράπεζα με τους δανειολήπτες χωρίς την παρεμβολή του δημοσίου.

Εν τω μεταξύ τα περισσότερα από τα δάνεια αυτά είχαν σταματήσει να εξυπηρετούνται από τις αρχές της οικονομικής κρίσης, χωρίς κανείς από τους οφειλέτες-παλιννοστούντες ομογενείς να ενοχληθεί από την τράπεζα για καθυστέρηση. Κάποιοι λοιπόν είχαν την πρόνοια ή την δυνατότητα να τα συμπεριλάβουν στις οφειλές τους και να τα ρυθμίσουν δικαστικά.

Οι υπόλοιποι απλά τα άφησαν και τα δάνεια ξεχάστηκαν…. μέχρι αυτό το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι αυτό είτε από δικηγορικά γραφεία ή από εισπρακτικές εταιρείες, οι οφειλέτες δέχθηκαν τηλεφωνηματα για την άμεση καταβολή της εξάμηνης δόσης. Δεν συζητησαν για ρύθμιση, δεν έστειλαν καμία καταγγελία με εξώδικο. Μετά το πέρας της προθεσμίας που έταξαν, οι δανειολήπτες έλαβαν δγη πληρωμής και καλούνταν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό με τόκους και άλλες επιβαρύνσεις. Οι δγες πληρωμής εμφανίζονται η μία πίσω από την άλλη για όλα τα δάνεια παλιννοστούντων που δεν έχουν πληρωθεί ή ρυθμιστεί.

Στα δάνεια αυτά όπως προαναφέρθηκε εγγυητής είναι το ελληνικό δημόσιο. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η τράπεζα μπορεί να αναζητησει την εξόφληση του δανείου από το κράτος. ¨Όμως αν ανατρέξει κάποιος στο ν. 2790/2000 που αφορά τα δάνεια αυτά και την εγγυηση του δημοσίου, καθώς στις μετέπειτα υπουργικές αποφάσεις θα διαπιστώσει ότι το δημόσιο καθίσταται εγγυητής υπό ορισμένες προϋποθέσεις και όχι αν αυτές δεν πληρούνται.

Επομένως αυτοί που εφησυχάστηκαν ότι το κράτος θα πληρώσει, μπορεί να κάνουν λάθος. Σε άλλες περιπτώσεις που το κράτος πράγματι είναι εγγυητής, (αυτό εξετάζεται και διαπιστώνεται κατά περίπτωση), η τράπεζα μπορεί να αναζητήσει την είσπραξη των οφειλομένων από αυτό, αλλά και από τον οφειλέτη. Αν το κράτος πληρώσει στην τράπεζα το ποσό, μπορεί να στραφεί αυτό κατά του οφειλέτη μετά.

Ο οφειλέτης δεν μπορεί να γνωρίζει αν και πότε το δημόσιο θα καταβάλει την οφειλή προς την τράπεζα. Η διαταγή πληρωμής που του κοινοποιείται έχει μία και μοναδική προθεσμία για να προσβληθεί και να τον προστατεύσει από την τράπεζα και από ενδεχόμενο πλειστηριασμό του ακινήτου του.

Έχουμε πει πολλές φορές ότι η δγη πληρωμής είναι το πρώτο βήμα που οδηγεί σε πλειστηριασμό ή κατάσχεση. Στην περίπτωση διαταγής πληρωμής, ο οφειλέτης πρέπει οπωσδήποτε να απευθυνθεί σε δικηγόρο προκειμένου να ασκήσει ανακοπή κατά της δγης πληρωμής διότι αυτό είναι το μοναδικό ένδικο βοήθημα που διαθέτει προκειμένου να αναστρέψει, να απενεργοποιήσει ή και να καθυστερήσει την σε βάρος του κατάσχεση. Η προθεσμία που έχει για να το κάνει αυτό είναι μόλις 15 εργασιμες ημέρες που ξεκινούν να μετράνε από την επομένη της επίδοσης σε αυτόν της δγης πληρωμής.

Στην συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση, αν ο οφειλέτης λάβει δγη πληρωμής, προκειμένου να διασφαλίσει τυπικά έστω τα δικαιώματα του κατά της τράπεζας θα πρέπει να ασκήσει εντός της 15ημερης προθεσμίας την ανακοπή. Αν το δημόσιο εν τω μεταξύ καταβάλει το ποσό, τότε η συζήτηση της ανακοπής μπορεί να καταστεί χωρίς αντικείμενο για τον οφειλέτη. Αυτό είναι το θετικό σενάριο. Διαφορετικά ο οφειλέτης θα πρεπει να επιμείνει στην ανακοπή του και έχει ακίνητο στο όνομά του ενδεχομένως να χρειαστεί να ασκήσει και αίτηση αναστολής για να το προστατέψει.

Προσοχή διότι η αίτηση αναστολής ως δικονομικό βοήθημα του οφειλέτη υπάρχει μόνο κατά την επίδοση της δγης πληρωμής και όχι κατά την έναρξη της κατάσχεσης όπως ίσχυε παλιά.

Επομένως ο οφειλέτης που έχει λάβει τέτοιου είδους δάνειο και το έχει ξεχάσει, να έχει το νου του ότι μπορεί ανά πάσα ώρα να λάβει δγη πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να επικοινωνήσει άμεσα με δικηγόρο και να δρομολογήσει την άσκηση ανακοπής κατά της δγης πληρωμής ώστε να μην χάσει τα δικαιώματα του.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

                           e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Βροχή πέφτουν τα πρόστιμα πλέον στις επιχειρήσεις εστίασης αλλα και σε άλλες εμπορικές επιχειρήσεις για την μη τήρηση των μέτρων προστασίας από τον covid 19, μέτρα που θεσπίστηκαν με υπουργικές αποφάσεις σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Μέτρα που είναι εξοντωτικά οικονομικά για τις επιχειρήσεις που προσπαθούν κυριολεκτικά να επιβιώσουν υπό τις παρούσες συνθήκες.

Η επιβολή του προστίμου δίνει στον ιδιοκτήτη της κάθε επιχείρησης το δικαίωμα να το προσβάλλει με την διαδικασία της υποβολής αντιρρήσεων εντός 5 ημέρων από την επιβολή του προστίμου.

Όπως είναι φυσικό, ο Δικαστής πάντα εξετάζει και θεωρεί αληθές το περιεχόμενο του Δελτίου Ελέγχου που συντάσσεται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. Επομένως ό,τι γραφτεί ή δεν γραφτεί εκεί είναι σημαντικό για την τύχη και την θετική ή όχι έκβαση των υποβαλλόμενων αντιρρήσεων.

Σε σχετικές με πρόστιμα αποφάσεις οι δικαστές φαίνεται να αιτιολογουν την απόρριψη των αντιρρήσεων, με το επιχείρημα ότι κατά τον έλεγχο, δεν εκφράστηκαν αυτές οι διαφωνίες.

Μάλιστα σε μία περίπτωση που ο αντιλέγωνέχει κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ-μπαρ) στο οποίο πραγματοποιήθηκε έλεγχος από όργανα της Μονάδας Επιθεωρήσεων και Ελέγχων της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, σε συνεργασία με όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, και διαπιστώθηκε, όπως προκύπτει από το σώμα της προσβαλλόμενης πράξης, ότι δεν τηρούταν η αναλογία ατόμων ανά τ.μ. ωφέλιμης επιφάνειας, καθόσον, αν και βάσει της σχετικής Σύμβασης Παραχώρησης Δικαιώματος Απλής Χρήσης Αιγιαλού και Κοινόχρηστης Παραλίας ηαδειοδοτημένηεπιφάνεια του καταστήματος είναι 56,91 τ.μ., καταμετρήθηκαν στον χώρο αυτό 65 άτομα-πελάτες, παρουσία του ιδιοκτήτη -αντιλέγοντος.

Κατόπιν τούτου, με απόφαση της Ε.Α.Δ., την οποία παρέλαβε ανεπιφύλακτα ο αντιλέγων, επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ και αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης του για χρονικό διάστημα 15 εργάσιμων ημερών, λόγω παράβασης των σχετικών διατάξεων.

Ο αντιλέγωνπρόβαλε στις έγγραφες αντιρρήσεις του ότι κατά τη στιγμή του ελέγχου στο κατάστημα του, που λειτουργεί σε υπαίθριο χώρο μπροστά στη θάλασσα επί πεζοδρόμου στην παραλία, βρίσκονταν περίπου 20 καθήμενοι πελάτες, ενώ οι λοιποί που καταμετρήθηκαν ήταν είτε λουόμενοι που είχαν αφήσει τις πετσέτες τους στα καθίσματα της επιχείρησης και βρίσκονταν εντός της θάλασσας, είτε περαστικοί, ενώ και στην προσβαλλόμενη πράξη δεν αναφέρονται οικαταμετρηθέντεςως καθήμενοι. Όμως, κατά τα αναφερόμενα στο σώμα της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, καταμετρήθηκαν από τον έλεγχο 65 άτομα ευρισκόμενα στον υπαίθριο χώρο της επιχείρησης, τη στιγμή που, σύμφωνα με την προαναφερόμενη Σύμβαση ο μέγιστος αριθμός αυτών όφειλε να είναι 28. Τα άτομα αυτά, περαιτέρω, χαρακτηρίσθηκαν από τον έλεγχο ως πελάτες της επιχείρησης, ο δεαντιλέγων, ο οποίος ήταν παρών κατά την καταμέτρηση, παρέλαβε ανεπιφύλακτα την προσβαλλόμενη πράξη και δεν διατύπωσε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ελέγχου οποιαδήποτε διαφωνία ως προς το ανωτέρω συμπέρασμα των ελεγκτικών οργάνων, ειδικότερα δε, δεν προέβαλε τα διά του παρόντος λόγου προβαλλόμενα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύονται. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν ο Δικαστης δεν έκανε δεκτό το σχετικό επιχείρημα.

Οι αντιρρήσεις του ιδιοκτήτη έγιναν δεκτές μόνο κατά το μέρος της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησής του διότι μη νόμιμα επιβλήθηκε αυτή για χρονικό διάστημα 15 εργάσιμων ημερών, καθόσον από τις ισχύουσες διατάξεις, προβλέπεται αναστολή λειτουργίας για χρονικό διάστημα 15 ημερολογιακών ημερών.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Ο συνταξιούχος που ασκει την επιμέλεια των τέκνων ή των εγγονών βαρυνόμενος με την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή τους μέχρι ως ότου τουλάχιστον αυτά φτάσουν το 18ο έτος της ηλικίας τους, δικαιούται προσαύξηση οικογενειακών βαρών στην σύνταξη του.

Συγκεκριμένα με βάση τις διατάξεις περί συντάξεων, οι συντάξεις γήρατος και αναπηρίας που χορηγεί το ΕΦΚΑ «... προσαυξάνονται κατά 20% δια το πρώτον τέκνον, 15% δια το δεύτερον τέκνον και 10% δια το τρίτον τέκνον, εφόσον είναι άγαμα και δεν ασκούν επάγγελμα ή δεν λαμβάνει δι' αυτά προσαύξησιν ο έτερος των συζύγων, εάν είναι συνταξιούχος, ή δεν λαμβάνουν τα ίδια σύνταξιν εξ ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ».

Περαιτέρω, οι προσαυξήσεις των συντάξεων για παιδιά χορηγούνται μέχρι το χρόνο συμπλήρωσης των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στο νόμο δηλαδή το δικαίωμα αυτό στην πρόσαυξη επί τέκνων, εγγόνων και προγονών λήγει στο τέλος του μήνα, κατά τον οποίο συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή πριν από αυτό συνήψαν γάμον και ότι, κατ' εξαίρεση, το δικαίωμα σε σύνταξη των παιδιών, εγγονών ή προγονών, εφόσον δεν εργάζονται ή δεν ασκούν κάποιο επάγγελμα ή δεν παίρνουν σύνταξη από δική τους εργασία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, παρατείνεται μέχρι το τέλος του μήνα που συμπληρώνουν το 24ο έτος της ηλικίας τους αν, μεταξύ άλλων, φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές του εσωτερικού ή του εξωτερικού.

Η προβλεπόμενη προσαύξηση στη σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας συνταξιούχου του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ που έχει τέκνο συντηρούμενο κυρίως από τον ίδιο, αποτελεί πρόσθετη κοινωνικοασφαλιστική παροχή, η οποία χορηγείται για την ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος του συνταξιούχου ενόψει του ότι αυτός, επωμιζόμενος το σχετικό οικογενειακό βάρος, θεωρείται ασθενέστερος από οικονομική άποψη, για το λόγο δε αυτό δεν χορηγείται προσαύξηση στη σύνταξη συνταξιούχου που, δεν φέρει το βάρος αυτό όπως, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το ως άνω τέκνο λαμβάνει το ίδιο σύνταξη. Κατ' αναλογία, ενόψει του ως άνω σκοπού ενίσχυσης του οικογενειακού εισοδήματος, η εν λόγω προσαύξηση δύναται να χορηγηθεί και στο συγγενικο ή τρίτο πρόσωπο, στο οποίο αποδεδειγμένως έχει ανατεθεί δικαστικώς, λόγω ανικανότητας των γονέων, η άσκηση της γονικής μέριμνας και ως εκ τούτου και της επιμέλειας του τέκνου, και το οποίο, στα πλαίσια της ως άνω υποχρέωσης, βαρύνεται με κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη για την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, ακόμη και μετά την ενηλικίωση του τέκνου και έως τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του, εφόσον το παραπάνω πρόσωπο εξακολουθεί να φέρει τα ίδια βάρη, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι ειδικώς αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις που η εν λόγω προσαύξηση χορηγείται στο συνταξιούχο γονέα ενήλικου τέκνου βάσει των κείμενων διατάξεων.

       Αυτό συνέβη σε συνταξιούχο παππού όπου, ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. του απένειμε πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος, καθώς και προσαύξηση οικογενειακών βαρών. Η παραπάνω σύνταξη προσαυξήθηκε στη συνέχεια και για τη γεννηθείσα ανήλικη εγγονή του, καθώς αυτός ασκούσε την επιμέλειά της από το 1999 και τη γονική μέριμνά της από το 2007 με δικαστικές αποφάσεις. Η καταβολή της εν λόγω προσαύξησης διακόπηκε όταν η εγγονή του συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας της. Ακολούθως, με αίτησή του προς το Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο συνταξιούχος παππούς ζήτησε την παράταση της χορήγησης της προσαύξησης οικογενειακών βαρών για την παραπάνω εγγονή του, λόγω των σπουδών της στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το αίτημά του έγινε δεκτό και παρατάθηκε η προσαύξηση της σύνταξής του για την εγγονή του για όσο χρόνο πληρούνται στο πρόσωπό του οι νόμιμες προϋποθέσεις, με την αιτιολογία ότι προβλέπεται καταβολή της προσαύξησης οικογενειακών βαρών και μετά την συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του τέκνου ή εγγονού για το χρονικό διάστημα που συνεχίζει τις σπουδές του σε Ανώτερες ή Ανώτατες Σχολές, με απώτατο χρονικό όριο τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του. Ωστόσο, κατόπιν οδηγιών της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Υπηρεσιών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., η παραπάνω απόφαση ανακλήθηκε, μετά από δύο έτη, με την αιτιολογία ότι, κατά το άρθρο 1538 του Αστικού Κώδικα, η γονική μέριμνα παύει με την ενηλικίωση του τέκνου. Κατ' αυτής της απόφασης του ΙΚΑ, ο συνταξιούχος παππούς άσκησε ένσταση ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.ΚΑ-Ε.ΤΑΜ., η οποία απορρίφθηκε, με την ίδια αιτιολογία. Ο συνταξιούχος παππους προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστηριο που τον δικαίωσε και δέχτηκε ότι έπρεπε να συνεχίσει να λαμβάνει την προσαύξηση στην συνταξη του για την ενήλικη σπουδάστρια-εγγονή του.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

                           e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Όλοι όσοι έχουν επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζόμενους γνωρίζουν τις κυρώσεις για την ανασφάλιστη εργασία και τον τρόπο που γίνεται ο έλεγχος από τα αρμόδια όργανα ώστε να επιβληθεί το πρόστιμο των 10.500 ευρώ.

Δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες που το πρόστιμο ουσιαστικά επιβάλλεται, χωρίς να γίνεται έλεγχος των πραγματικών συνθηκών και αν πράγματι υφίσταται εξαρτημένη εργασία.

Εχει τύχει να απειλούν τους υποτιθέμενους υπαλλήλους, με αυτόφωρη διαδικασία και άλλα παρόμοια που δεν ισχύουν για να υπογράψουν στο δελτίο ελέγχου, ενώ όλα τα στοιχεία τους και η ημερομηνία πρόσληψης καθώς και οι αποδοχές συμπληρώνονται στο περίπου από τα ίδια τα ελεγκτικά όργανα.

Φυσικά υπάρχουν και οι περιπτώσεις εκείνες που πράγματι υπάρχουν στο χώρο εργαζόμενοι που δεν είναι ασφαλισμένοι και καλώς επιβάλλεται το πρόστιμο στην περίπτωση αυτή.

Εμείς θα εξετάσουμε τι μπορεί να γίνει στις περιπτώσεις που το πρόστιμο επιβάλλεται πραγματικά χωρίς να υπάρχει η σχέση εργασίας ή για περιπτώσεις που είναι δυσχερής η απόδειξη της εργασιακής σχέσης.

Πρακτικά ο μόνος τρόπος που μπορεί να ακυρωθεί το πρόστιμο απαξ και επιβληθεί, είναι μόνο μέσω προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο. Δεν αρκεί μόνο αυτό, διότι η προσφυγή από μόνη της δεν αναστέλλει την είσπραξη του προστίμου από το ΚΕΑΟ, οπότε ταυτόχρονα πρέπει να ασκηθεί και αίτηση αναστολής, η οποία εκδικάζεται σχετικά συντομα και συνήθως γίνεται δεκτή αν υπάρχουν οι οικονομικές προϋποθέσεις (αδυναμία καταβολής προστίμου, χαμηλά εισοδήματα, ζημιογόνα ή οριακά επικερδής επιχείρηση). Η δεκτή αναστολή εξασφαλίζει ότι μέχρι την  έκδοση  απόφασης επί της προσφυγής για την ακυρωση του προστίμου δεν θα γίνει κατάσχεση κυρίως τραπεζικών λογαριασμών του εργοδότη.

Το δικαστήριο  για να ακυρώσει το πρόστιμο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σημαντικό ρόλο παίζει το τι έχει γραφτεί στο δελτίο ελέγχου. Επίσης αν το δελτίο ελέγχου φέρει υπογραφή είτε του εργοδότη είτε του δήθεν υπαλλήλου. Η υπογραφή μπορεί να σημαίνει και αποδοχή των καταχωρημένων σε αυτό στοιχείων. Συνεπώς ένα ανυπογραφο δελτίο ελέγχου αποδεικνύει αυτομάτως μια αντίδραση στην επιβολή του προστίμου και μη αποδοχή του.

Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό διότι όπως λέχθηκε και ανωτέρω, οι ελεγκτές πιέζουν για την υπογραφή απειλώντας τους εργαζόμενους ότι θα μπλέξουν με το νόμο αν δεν υπογράψουν.

Επίσης οι ελεγκτές μπορεί να πουν ότι αν γίνει άμεση πρόσληψη του προσώπου, τότε το πρόστιμο δεν επιβάλλεται. Αυτό δεν ισχύει. Αν συνταχθεί το δελτίο ελέγχου, τότε είναι βεβαιο ότι θα επιβληθεί άμεσα και το πρόστιμο. Με την άμεση πρόσληψη του δήθεν εργαζόμενου, το μόνο που πετυχαίνει ο εργοδότης είναι να βγάλει εκτός το μοναδικό του επιχείρημα δηλαδή τη μην ύπαρξη  σχέσης εξαρτημένης εργασίας.

Πρέπει να γίνει κατανοητό  ότι μια τυπική  προσφυγή  σε  τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει μέλλον και πιθανότητες να γίνει δεκτή. Η προσφυγή πρέπει να είναι ορθά στοιχειοθετημένη και να περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα της προσδώσουν αληθοφάνεια. Οι προσφυγές αυτές προσδιορίζονται περίπου μέσα σε δύο χρόνια από την ημέρα κατάθεσής τους και εφόσον γίνουν δεκτές το πρόστιμο ακυρώνεται στο σύνολό του.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ

                             ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                         Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

               Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

      e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

        www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου

Η ιδιότητα του εκμισθωτή είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια και σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος εκμισθωτή είναι οι ενάγοντες. Ο αποβιώσας εκμισθωτής είχε εκμισθώσει ένα διαμέρισμα στην εναγομένη προκειμένουνατοχρησιμοποιήσειωςκατοικίατης.Η εναγόμενη εάν και ενημερώθηκε για το θάνατο του αρχικού εκμισθωτή, για το ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν κληρονόμοι και ότι έχουν υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση αρνούταν και δεν κατέβαλε από επανειλημμένη δυστροπία τα μισθώματα 12 ολόκληρων μηνών. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους ζητούνλόγωτηςεπανειλημμένης δυστροπίας της εναγόμενης να υποχρεωθεί αυτή με δικαστική απόφαση α) να καταβάλει το συνολικό ποσό των οφειλομένων μισθωμάτων επιμεριζόμενο ανάλογα με την κληρονομική τους μερίδα, με το νόμιμο τόκο και β) να αποδώσει την χρήση του επίδικου μισθίου.

Η εναγόμενη μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος σταμάτησενακαταβάλειταμισθώματαισχυριζόμενηότιείχεαμφιβολίαγιατοπρόσωπο των υπεισερχομένων κληρονόμων-εκμισθωτών στην επίδικη μίσθωση και ότι συνεπώς δεν είχε δυστροπία ως προς την καταβολή των μισθωμάτων. Η εναγόμενη ανέφερε ότι γνώριζε την πρώτη ενάγουσα -σύζυγο του αποθανόντος εκμισθωτή και μάλιστα πολύ καλά. Η πρώτη ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ένας άλλος μισθωτής που είχε συνάψει σύμβαση μίσθωσης με τον αποβιώσαντα σύζυγο της και μίσθωνε διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο της ίδια πολυκατοικίας, κατέβαλε κανονικά τα μισθώματα όταν πήρε το εξώδικο διότι ρώτησε τον δικηγόρου του αποβιώσαντος σχετικά με τον τρόπο κατάθεσης των μισθωμάτων. Επιπλέον, η εναγόμενη εάν και έλαβε την εξώδικη όχληση -διαμαρτυρία με την οποία την καλούσανε εντός 15 ημερών από την επίδοση του εγγράφου να ρυθμίσει τις εκκρεμότητες της και να εξοφλήσει τα οφειλόμενα μισθώματα ωστόσο δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου και ενώ είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί το τρόπο καταβολής των μισθωμάτων όπως έπραξε ο προαναφερόμενος μισθωτής διαμερίσματος στον πέμπτο όροφο. Σε κάθε περίπτωση είχε την δυνατότητα μετά την επίδοση της εξώδικης δήλωσης και την επιστροφή της από το εξωτερικό, να εξοφλήσει τα οφειλόμενα μισθώματα και επιπλέον αφού γνώριζε όπως κατέθεσε η ίδια, την σύζυγο του αποβιώσαντος εκμισθωτή θα μπορούσε να πληροφορηθεί τον τρόπο καταβολής των μισθωμάτων. Συνεπώς, η εναγόμενη λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω αναφερομένων, έχει καταστεί δύστροπη ως προς την καταβολή των μισθωμάτων και η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα. Πέραν όμως αυτών, εφόσον είχε αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο των εκμισθωτών που θα καθιστούσε αντικειμενικά επισφαλή την εκπλήρωση της υποχρεούσης της, είχε το δικαίωμα να προβεί σε δημόσια κατάθεση σύμφωνα με το άρθρο 427ΑΚ.

Με βάση αυτά τα δεδομένα το δικαστηριο έκανε δεκτή την αγωγή τόσο για την καταβολή των μισθωμάτων όσο και για την απόδοση του μισθίου στους κληρονόμους εκμισθωτές.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Οιιδιωτικοίυπάλληλοι εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η έναρξη της εργασίας του τυπικά ξεκινά με την υποβολή της σύμβασης πρόσληψής τους στην οποία περιέχονται οι μηνιαίες αποδοχές τους, ο χρόνος εργασίας τους και φυσικά η ειδικότητά τους.

Τα όσα αναγράφονται στην σύμβαση εργασίας είναι δεσμευτικά και για τις δύο πλευρές. Ο εργαζόμενος οφείλει να προσφέρει τις υπηρεσίες του και ο εργοδότης να παρέχει την συμφωνημένη αμοιβή σε συγκεκριμένη ημερομηνία.
Αν ο εργοδότης δεν καταβάλει έγκαιρα τα δεδουλευμένα καθίσταται υπερήμερος απέναντι στον εργαζόμενο. Αν ο εργοδότης καταστεί υπερημερος, δηλαδή δεν καταβάλει στον εργαζόμενο την αμοιβή του, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 325 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 329, 353 και 656 του ΑΚ, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλομένη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατεξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, εωσότου ο εργοδότης εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει, χωρίς να καθίσταται ο ίδιος (μισθωτός) υπερήμερος, με αποτέλεσμα να έχει αξίωση καταβολής των αποδοχών του σαν να εργαζόταν κανονικά.

Το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς περι καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Συνεπώς, η άσκησή του πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο, θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη, ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία του σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη, ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη, ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει τον μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με τη θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολογήτως και κακοβούλως να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει τήν εργασία του σε άλλον εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους.

Ο μισθωτός μπορεί επίσης να στραφεί δικαστικά κατά του εργοδότη του και να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα. Στα δεδουλευμένα περιλαμβάνονται οφειλόμενοι μισθοί, δώρα, επιδόματα, απασχόληση σε αργίες, σ/κ και νυχτερινή εργασία. Επίσης σε μια τέτοια αγωγή εξετάζεται αν ο συμφωνημενος μισθός είναι ο νόμιμος με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την ειδικότητα του εργαζομένου. Σημειώνεται δε ότι διαφορετικά αμείβεται ένας υπάλληλος από έναν εργάτη. Ο χρόνος παραγραφής μιας τέτοιας αγωγής είναι τα 5 έτη.

Συνήθως ένας εργαζόμενος στρέφεται δικαστικά κατά του εργοδότη του όταν πλέον έχει λήξει η εργασιακή σχέση. Η εργασιακή σχέση λήγει είτε με παραίτηση του εργαζομένου οπότε αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του και δεν διεκδικεί χρηματική αποζημίωση απόλυσης ή με καταγγελία της σύμβασης από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη, οπότε σε αυτή την περίπτωση ο εργαζόμενος δικαιούται την διεκδίκηση χρηματικής αποζημίωσης.

Πλέον οριοθετείται το χρονικό διάστημα που θα μπορούν οι εργαζόμενοι να προχωρούν σε καταγγελία της σύμβασής τους, όταν διαπιστώνουν καθυστερήσεις στην καταβολή των μισθών. Σύμφωνα με τις νεότερες διατάξεις στο εργατικό δίκαιο, θεωρείται «μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου πέραν των 2 μηνών από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Αυτό σημαίνει πως με καθυστέρηση άνω των δυο μηνών ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση απόλυσης από τον εργοδότη, καταγγέλλοντας την συμβαση εργασίας του και αποχωρώντας από αυτή.

Στην ουσία δηλαδή, όταν μια επιχείρηση καθυστερεί τις πληρωμές των εργαζομένων της, αυτοί, έχουν πλέον τη δυνατότητα να προσφύγουν στα δικαστήρια και να ζητήσουν όχι μόνο τις αμοιβές που καθυστερούν να καταβληθούν αλλά και αποζημίωση απόλυσης, αφού η καθυστέρηση πληρωμών ισοδυναμεί πλέον με «βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας», με υπαιτιότητα του εργοδότη.
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω όταν δεν καταβάλλεται έγκαιρα ο μισθός, ο εργαζόμενος:

α) μπορεί ν’ ασκήσει αγωγή και να ζητήσει εντόκως τους καθυστερούμενους μισθούς του, καθώς και αποζημίωση για κάθε άλλη ζημία του. Προσοχή όμως: Ενώ η αξίωση για τος δεδουλευμένους μισθούς και τα επιδόματα υπόκειται σε 5ετή παραγραφή, κάθε αγωγή του εργαζομένου για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 6 μηνών από τότε που κατέστη απαιτητή, δηλ. από την καταβολή της αποζημίωσης ή την λύση της εργασιακής σχέσης.

β) έχει το δικαίωμα να κάνει επίσχεση της εργασίας του

γ) μπορεί να ζητήσει την κήρυξη του εργοδότη σε πτώχευση, αν είναι έμπορος

δ) μπορεί να θεωρήσει την καθυστέρηση ως βλαπτική μεταβολή με τα συναφή δικαιώματα, εφόσον η καθυστέρηση γίνεται συστηματικά και οφείλεται σε δόλο του εργοδότη

ε) προχώρα σε ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη

Η απόλυση του εργαζομένου είναι άκυρη και καταχρηστική και πρακτικά σημαίνει ότι ο εργαζόμενος θεωρητικά εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του και να έχει αξίωση καταβολής μισθών όταν δεν δοθεί η αποζημίωση μαζί με έγγραφο της απόλυσης. Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής αποζημίωσης έστω και μίας (1) δόσης επέρχεται ακυρότητα της απόλυσης.

Η απόλυση θεωρείται καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη όταν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Πολλές περιπτώσεις απόλυσης έχουν κριθεί από τα Δικαστήρια σαν καταχρηστικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόλυση που γίνεται για την ικανοποίηση από τον εργοδότη αισθήματος εκδίκησης προς τον εργαζόμενο που είναι άσχετο με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας. Καταχρηστικές είναι και οι απολύσεις που γίνονται λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του εργαζόμενου, ή λόγω δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών του, ή λόγω αρνήσεώς του να δεχθεί παράνομη απαίτηση του εργοδότη, ή για πολιτικούς λόγους κλπ. Καταχρηστική έχει κριθεί επίσης η προσφυγή από τον εργοδότη στο δυσμενέστερο για τον εργαζόμενο μέσο, την απόλυση, για πειθαρχική παράβαση ενώ ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα, όπως με τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό της επιχείρησης ποινές.

Γενικά καταχρηστική είναι κάθε απόλυση που δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας.

Η απόλυση επίσης μπορεί να είναι αντίθετη με απαγορευτικές διατάξεις, καθώς η νομοθεσία απαγορεύει ρητά την απόλυση:

• των συνδικαλιστικών στελεχών χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

• Των εγκύων εργαζομένων τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.»

• Των Αδειούχων εργαζομένων αν η απόλυση έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας άδειας αναπαύσεως που τους χορηγήθηκε.

• Των Στρατευμένων μισθωτών.Υπάρχουν προστατευτικές διατάξεις γι' αυτούς που στρατεύονται ή αποστρατεύονται και δεν επιτρέπεται να απολυθούν, ακόμα και για ένα χρόνο μετά την αποστράτευσή τους. Η κύρωση για το μη σεβασμό των διατάξεων, είναι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση, ίση με μισθούς 6 μηνών επιπλέον της αποζημίωσης για την απόλυση.

• των προσληφθέντων αναγκαστικά με τις διατάξεις για την προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, πολυτέκνων, πολεμιστών, αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κλπ, που δεν επιτρέπεται να απολυθούν χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

Ο εργαζόμενος που απολύεται από την εργασία του με άκυρη καταγγελία μπορεί να προσφύγει στα Δικαστήρια και να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν οι μισθοί υπερημερίας από τον εργοδότη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Η σχετική αγωγή πρέπει να γίνει μέσα σε διάστημα 3 μηνών από την κοινοποίηση του εγγράφου της απόλυσης, αλλιώς το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση εγγράφου, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου.

Πάντως, η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακυρότητας της απόλυσης ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                    ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

   e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr

   www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

More Articles ...

e horos logo