Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

Μια νέα απόφαση επί συλλογικής αγωγής, αυτή την φορά κατά της ΕΤΕ έρχεται να ταράξει τα νερά αναφορικά με τα δάνεια σε CHF. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος της απόφασης αυτούσιο, για δύο λόγους: α) δεν μπορεί να γίνει σαφέστατο και κατανοητότερο για τον μέσο αναγνώστη , το πώς λειτουργούσε παράνομα και καταχρηστικά η τράπεζα και β) για το ότι η απόφαση επί συλλογικής αγωγής δεν εξασφαλίζει τα προσωπικά δάνεια του κάθε δανειολήπτη. Η απόφαση αυτή ανοίγει το δρόμο για τις ατομικές αγωγές, που πρέπει να γίνουν αν θέλουν οι δανειολήπτες να γυρίσουν το δάνειό τους στην αρχική ισοτιμία.

Αντικείμενο της συλλογικής αγωγής της αποτελεί η προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση επί της συλλογικής αγωγής καθορίζει το μέτρο της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς των προμηθευτών ώστε να μην προσκρούει στα γενικότερα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση επί συλλογικής αγωγής που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένου καταναλωτές. Άσκηση συλλογικής αγωγής από σωματεία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των καταναλωτών, για το λόγο αυτό τα αιτήματα της αγωγής που κατατείνουν στην διασφάλιση του ατομικού καταναλωτικού συμφέροντος πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Μη προσήκουσα ενημέρωση των δυνητικών δανειοληπτών εκ μέρους της τράπεζας σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειές τους που είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών δανειοληπτών.

II. Από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 έως 19 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», συνάγεται σαφώς ότι ανατέθηκε σε ενώσεις καταναλωτών με σωματειακό χαρακτήρα η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού με την άσκηση συλλογικής αγωγής. H δε εκδιδομένη απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης έχει υπαγάγει την εκδίκαση της συλλογικής αγωγής στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αντικείμενο της αγωγής αυτής, την οποία οι ενώσεις αυτές μπορούν να ασκήσουν εναντίον των προμηθευτών, είναι η δικαστική βεβαίωση αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς και η απαγόρευση της ή η ρύθμιση κατάστασης κατά τρόπο που να μην προσβάλλει τα συμφέροντα των καταναλωτών. Ειδικότερα αντικείμενο της συλλογικής αγωγής αποτελεί η « προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Σε αντίθεση προς την ατομική, η συλλογική έννομη προστασία αναφέρεται στο καταναλωτικό κοινό ως σύνολο και όχι σε ατομικώς θιγόμενο καταναλωτή. Συνεπώς αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται ύστερα από την άσκηση συλλογικής αγωγής δεν είναι η διάγνωση οποιασδήποτε αξιώσεως της ένωσης καταναλωτών κατά του προμηθευτή. Η άσκηση της αγωγής αυτής δεν εισάγει «διαφορά ιδιωτικού δικαίου», με την έννοια του άρθρου 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αντικείμενο της συλλογικής αγωγής είναι η διαπίστωση της αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς του προμηθευτή, η απαγόρευση της και η ρύθμιση της καταστάσεως κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην έρχεται σε σύγκρουση με το γενικότερο καταναλωτικό συμφέρον, αποβλέπει δηλαδή στην αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση κατάστασης. Το Δικαστήριο κατά την παροχή συλλογικής έννομης προστασίας δεν λειτουργεί αποκαταστατικώς. Αντιθέτως, η απόφαση επί της συλλογικής αγωγής καθορίζει το μέτρο της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς των προμηθευτών, ώστε αυτή να μην προσκρούει στα γενικότερα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού. Κατά συνέπεια η απόφαση επί συλλογικής αγωγής που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένους καταναλωτές, έστω και αν αυτοί είναι μέλη της ενώσεως που άσκησε την αγωγή. Η επέλευση η μη της ακυρότητας των ενσωματωμένων όρων αποτελεί έργο της αποκαταστατικής λειτουργίας, την οποία τα δικαστήρια επιτελούν στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας τους. Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι το διακύβευμα της συλλογικής έννομης προστασίας δεν είναι οποιαδήποτε ατομική έννομη σχέση, αξίωση ή δικαίωμα, αλλά μόνον το γενικότερο συμφέρον του καταναλωτικού κοινού, ως συνόλου.

Για να κριθεί αν υπάρχει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί η συμβατική ισορροπία, η οποία υπάρχει, όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατανέμονται και ισορροπούν με τρόπο όμοιο, με αυτόν που επιτυγχάνεται με τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου. Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων (στη συγκεκριμένη σύμβαση) μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Ερευνάται, δηλαδή, ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες με δικές του ενέργειες. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές, και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Οι ως άνω περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας. Η αρχή της διαφάνειας συμπτύσσεται σε ένα τρίπτυχο επιμέρους κατευθύνσεων που πρέπει να διακρίνει τους ΓΟΣ. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, η δεύτερη πτυχή αφορά στο ορισμένο (ή οριστό), του περιεχομένου των όρων και η τρίτη πτυχή η απαγόρευση απροσδόκητων ρητρών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.

Επιπλέον άκυρος είναι ένας ΓΟΣ, ο οποίος επιφέρει περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης ή και αλλοίωση της νομικής φύσης της επιλεχθείσας σύμβασης. Η ματαίωση του σκοπού της σύμβασης επέρχεται, όταν ο συγκεκριμένος ΓΟΣ προκαλεί τέτοιες έννομες συνέπειες και προκαλεί τέτοια οικονομικά αποτελέσματα, ώστε να αλλοιώνει το άμεσα σκοπούμενο νομικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Επίσης, είναι άκυρος ο ΓΟΣ που οδηγεί σε διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας του καταναλωτή ως προς τη φύση της παρεχόμενης σ' αυτόν υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως. Συνεπώς είναι άκυρος ο ΓΟΣ που σε μια σύμβαση δανείου, καταναλωτή και τράπεζας, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή - πελάτη, αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα. Προς την κατεύθυνση της προβλεψιμότητας που επιβάλλει η αρχή της διαφάνειας και της αποτροπής διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή υπάρχει ανάγκη της προστασίας των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή - πελάτη, στις λεγόμενες απροσδόκητες ρήτρες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή στις ρήτρες εκείνες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον καταναλωτή - πελάτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, δηλαδή στοιχεία που είναι συνήθως και τα μόνα που πράγματι εξετάζει ο καταναλωτής - πελάτης. Συνεπώς ένας όρος (ΓΟΣ), ο οποίος δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας, είναι άκυρος.

Από το έτος 2006 μέχρι και τα τέλη του έτους 2009, παρατηρήθηκε αυξητική τάση στη σύναψη στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο. Αυτό οφειλόταν, τόσο στην διαφημιστική προώθηση των εν λόγω δανείων από τις συστημικές τράπεζες (συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης), όσο και στο γεγονός της σημαντικής αύξησης του επιτοκίου Euribor κατά την ως άνω χρονική περίοδο. Η παραπάνω αύξηση του επιτοκίου Euribor, διαμόρφωσε το συνολικό κόστος δανεισμού σε ευρώ σε αρκετά υψηλά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη και το περιθώριο επιτοκίου. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη μπορούσε να δανείζεται στην διατραπεζική αγορά ελβετικά φράγκα με το επιτόκιο libor Λονδίνου και να προβαίνει σε δανεισμό, με αποτέλεσμα, συγκρινόμενα τα δάνεια σε ευρώ να εμφανίζουν επιτοκιακό πλεονέκτημα, διότι τα δάνεια σε ευρώ συνδέονταν με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ή το Euribor.

Με τα δεδομένα αυτά, αποφασίστηκε από την εναγόμενη η διάθεση νέων στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο καθώς και ο σχεδιασμός προώθησης αυτών των προϊόντων από το παραγωγικό της δίκτυο στους καταναλωτές. Για την αποτελεσματική διάθεση του νέου αυτού προϊόντος, τα υποκαταστήματα της εναγόμενης λάμβαναν οδηγίες από την διεύθυνση πωλήσεων της τελευταίας σύμφωνα με τις οποίες όφειλαν να προβάλλουν κατάλληλα στη δυνητική πελατεία τους (καταναλωτές), τόσο τα πλεονεκτήματα του νέου προϊόντος (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, κ.α.), όσο και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του. Στο πλαίσιο δε, της διευκόλυνσης των υποκαταστημάτων στην ανωτέρω προσπάθεια, αναρτήθηκε, με μέριμνα της διεύθυνσης κτηματική πίστης στην ιστοσελίδα της στο Internet συνοπτική παρουσίαση, στην οποία περιγράφονται τόσο τα ισχυρά σημεία - πλεονεκτήματα του εν λόγω προϊόντος, όσο και η δυνητική πελατεία (καταναλωτές), στην οποία απευθύνονται.

Τα παραπάνω συνοψίζονται στην από 22-01-2007 εγκύκλιο που εξέδωσε η εναγόμενη στο πλαίσιο της ενημέρωσης των καταστημάτων της για το προαναφερόμενο προϊόν. Με την εγκύκλιο αυτή τα αρμόδια στελέχη των υποκαταστημάτων της εναγόμενης όφειλαν να ενημερώνουν, τους υποψήφιους δανειολήπτες για την πλήρη κατανόηση του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβαναν με τη λήψη στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο. Ωστόσο στις οδηγίες αυτές, που εμπεριέχονται και συνοψίζονται στην παραπάνω εγκύκλιο της εναγόμενης, δεν προκύπτει, κατά πρώτον, ότι η ενημέρωση για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν οι καταναλωτές με την ως άνω σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο, θα ήταν έγγραφη ή προφορική και κατά δεύτερον δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας θα ενημέρωναν τους δανειολήπτες ώστε να εξασφαλιζόταν, με βεβαιότητα, ότι οι τελευταίοι θα είχαν κατανοήσει την επικινδυνότητα του εν λόγω προϊόντος, δεδομένου ότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (όπως του ελβετικού φράγκου με το ευρώ), εξαρτάται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, από μια σειρά απρόβλεπτων προσδιοριστικών παραγόντων, όπως είναι, α) οι κοινωνικοπολιτικές - οικονομικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν αύξηση στη ζήτηση για συναλλαγές και ξένο νόμισμα, οδηγώντας στην πτώση της αξίας του εγχώριου νομίσματος, β) ο πληθωρισμός, ο οποίος αν βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, συνεπάγεται για μια χώρα, μειωμένη ζήτηση για το εθνικό της νόμισμα από τα υπόλοιπα κράτη, γ) από τα προσφερόμενα προϊόντα και τις υπηρεσίες των ξένων κρατών όπου δεν υπάρχει δυνατότητα απόκτησης τους στην εγχώρια αγορά και ως εκ τούτου η ζήτηση συναλλάγματος για την εισαγωγή τους, θα σημειώσει αύξηση, δ) από το ισοζύγιο πληρωμών και το έλλειμμα ενός κράτους, ε) από τον τρόπο δράσης, τις ανακοινώσεις και τις πολιτικές ενός κράτους και της κεντρικής του τράπεζας, κ.α.. Ως εκ τούτου οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγόμενης ότι η συναλλαγματική ισοτιμία αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, θα πρέπει να απορριφθούν δεδομένου ότι, α) ο προσδιορισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν προέρχεται από αυστηρά θεσπισμένους και «εκ των προτέρων διαμορφωμένους διεθνείς μηχανισμούς», αλλά, αντιθέτως, εξαρτάται από αναρίθμητους και απροσδιόριστους παράγοντες που είναι αδύνατο να προβλεφθούν τόσο από τον μέσο καταναλωτή - δανειολήπτη, όσο και από ειδικούς και έμπειρους οικονομολόγους και β) όφειλε η εναγόμενη να φροντίσει για την προσήκουσα ενημέρωση των δυνητικών δανειοληπτών και δη για την αποτελεσματική υλοποίηση όσων αναφέρονται στην ανωτέρω εγκύκλιο της, πριν από, τη σύναψη της σύμβασης η οποία (αποτελεσματική υλοποίηση της πληροφόρησης και ενημέρωσης, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες τους, η οποία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές, οι οποίοι κλήθηκαν· να αποφασίσουν αν επιθυμούν να δεσμευτούν από τους προδιατυπωμένους από αυτή όρους) δεν αποδείχθηκε.

 Επιπλέον, δεν γίνεται σαφής διάκριση στην προαναφερθείσα εγκύκλιο, εάν η ενημέρωση επί του επίδικου προϊόντος θα γινόταν από ειδικούς και έμπειρους υπαλλήλους της ενάγουσας, οι οποίοι θα είχαν την απαιτούμενη γνώση και πιστοποίηση για την προώθηση ενός τέτοιου πολυσύνθετου προϊόντος. Δεδομένου λοιπόν ότι η σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο δεν αποτελεί απλή σύμβαση στεγαστικού δανείου, αλλά στην ουσία είναι ένα πολυσύνθετο χρηματοοικονομικό προϊόν ( καθόσον ο δανειολήπτης φέρεται να «λαμβάνει» το δάνειο σε ευρώ με «μετατροπή» του ελβετικού φράγκου σε ευρώ με την ισοτιμία που θα ίσχυε κατά τον χρόνο της εκταμίευσης ενώ οι δόσεις του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο), η ενάγουσα όφειλε να αναθέσει την ενημέρωση των καταναλωτών σε υπαλλήλους της (ή ειδικούς συμβούλους), που να διέθεταν ειδική πιστοποίηση, που ορίζει ότι οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για την ανάλυση κινητών αξιών και αγορών χρήματος και κεφαλαίου (όπως στην επίδικη περίπτωση), οφείλουν να διαθέτουν σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν εξετάσεων με ευθύνη της τελευταίας και της επιτροπής κεφαλαιαγοράς.

Σε συνέχεια των ανωτέρω και όσον αφορά στην φερόμενη κατά τίτλο «παρεχόμενη προστασία του δανειολήπτη», ως προς την πιθανή μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε βάρος του δανειολήπτη, ( π.χ. ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ), τυγχάνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανεπαρκής και βλαπτική για τον δανειολήπτη, διότι, α) η χρονική τής διάρκεια ήταν περιορισμένη (5 έως 6 έτη, για δάνεια 30 ή και 40 ετών), β) περιοριζόταν μόνο στην περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας πάνω από 5% , γ) αφορούσε μόνο τη δόση καθαυτή και όχι το οφειλόμενο κεφάλαιο, το οποίο προσαυξημένο με τη ζημιογόνα για τον δανειολήπτη, μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, υποχρέωνε σε παράταση του χρόνου συνολικής αποπληρωμής του δανείου, ακόμη και υπό την ισχύ του προγράμματος προστασίας, σε συνολική καθολική επιβάρυνση του δανειολήπτη με τη συναφή εκ της συναλλαγματικής μεταβολής, ζημία και δ) το κόστος του προγράμματος αυτού επιβάρυνε την μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση του δανειολήπτη (ανεξαρτήτως της ανατίμησης ή της υποτίμησης του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ).

 Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα 2 επισυναπτόμενα - συγκριτικά παραδείγματα της εναγόμενης (με και χωρίς προστασία δόσης), αποτυπωμένα σε δύο πίνακες, είναι πρόχειρα και απλοϊκά, σε σχέση με την πολυπλοκότητα των επίδικων δανείων καθόσον περιορίζονται σε χαμηλό επιτόκιο και χαμηλές δόσεις. Ειδικότερα, τα εν λόγω παραδείγματα (τα οποία παρουσιάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται υπέρ του καταναλωτή), αφενός μεν, εναρμονίζονται με την προηγούμενη, βασική, οδηγία της εναγόμενης προς το παραγωγικό της δίκτυο, σύμφωνα με την οποία υποχρεούνταν οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της εναγόμενης να τονίζουν στους δυνητικούς δανειολήπτες, τόσο τα πλεονεκτήματα του επίδικου δανείου (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, κ,α.), όσο και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του ώστε να εμφανίζεται, το εν λόγω προϊόν, άκρως ελκυστικό και αφετέρου δεν αναφέρονται, με απτά παραδείγματα, οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι που κρύβονται στα επίδικα δάνεια, όπως είναι η πιθανή, μεγάλη, περιουσιακή βλάβη που μπορεί να υποστεί ο καταναλωτής από την μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την συνακόλουθη διαμόρφωση της δόσης σε υψηλά επίπεδα για πάρα πολλά έτη, χωρίς να μειώνεται το κεφάλαιο του δανείου. Και ναι μεν η εναγόμενη παραθέτει δύο παραδείγματα δανείων (με και χωρίς προστασία της δόσης και με ελκυστικό επιτόκιο για τον δανειολήπτη), πλην όμως, εκ των δύο παραδειγμάτων, θα έπρεπε, τουλάχιστον, στο ένα να αποτυπώνεται η οφειλή, και η μηνιαία δόση σε περίπτωση θετικής εξέλιξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ και στο άλλο, η μηνιαία δόση και η οφειλή στην περίπτωση της αρνητικής εξέλιξης της, ως άνω, συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον δυνητικό δανειολήπτη οι σοβαρές συνέπειες που θα είχε στην περιουσία του μια βίαιη μεταβολή στη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, με ανατίμηση του πρώτου, έτσι ώστε η πληροφόρηση που παρείχε η εναγομένη να ήταν πραγματική και αποτελεσματική, και να μην περιορίζεται σε «διαφήμιση» μόνο του καταναλωτικού προϊόντος της. Εξάλλου, στα ίδια παραδείγματα θα έπρεπε να επεξηγείται (αλλά και στους επίδικους όρους της σύμβασης, να εκτίθεται) κατά τρόπο εναργή η συγκεκριμένη λειτουργία του μηχανισμού στον οποίο αφορά η οικεία ρήτρα περί συναλλαγματικής ισοτιμίας καθώς και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και εκείνου που προβλέπει ή ρήτρα περί μεταβολής και διακύμανσης του επιτοκίου, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις προς αυτόν οικονομικές συνέπειες (τόσο ως προς τη διαμόρφωση του ύψους της δόσης, αλλά και του οφειλόμενου κεφαλαίου) του συνδυασμού των δύο ρητρών. Ως εκ τούτου, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η παραπάνω ενημέρωση «με μαθηματικό σχεδιάγραμμα μεταβολής της ισοτιμίας», καθιστούσε αμέσως αντιληπτό από τον δανειολήπτη ποιες θα είναι «οι συγκεκριμένες συνέπειες», στη διαμόρφωση των τοκοχρεωλυτικών του δόσεων σε περίπτωση μεταβολής τη ισοτιμίας, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

 Περαιτέρω και με βάση τις ως άνω οδηγίες της εναγόμενης προς τους υπαλλήλους της, αποδείχθηκε ότι, από την 22-01-2007 και έκτοτε, δίνονταν από την εναγόμενη δάνεια, ιδίως στεγαστικά, σε ελβετικά φράγκα, δηλαδή εμπεριείχαν ρήτρα συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ειδικότερα, ο δανειολήπτης (μετά την προπεριγραφόμενη, ελλιπή, ενημέρωση που λάμβανε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης οι οποίοι παρουσίαζαν, κατά τα ανωτέρω, το εν λόγω προϊόν άκρως ελκυστικό), φερόταν να «λαμβάνει», το δάνειο σε ευρώ ύστερα από «μετατροπή», του ελβετικού νομίσματος (στο οποίο είχε συναφθεί το δάνειο), σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο της εκταμίευσης, προφανώς για να έχει ο δανειολήπτης το ευνοϊκότερο γι' αυτόν επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, κατά τη σταδιακή, με τοκοχρεωλυτικές δόσεις, επιστροφή του δανείου. Ειδικότερα κατά το προσυμβατικό στάδιο η εναγόμενη δεν εμφάνισε ούτε στη σύμβαση ούτε σε χωριστό έγγραφο, τουλάχιστον, ένα ρεαλιστικό παράδειγμα διαμόρφωσης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών στο μέλλον, το οποίο να στηρίζεται στην εκδοχή ότι θα μεταβαλλόταν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση η ισοτιμία των δυο νομισμάτων, παρόλο που η διακύμανση, ακόμα και με μεγάλες αποκλίσεις, της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι αναμενόμενη σε βάθος χρόνου, ιδίως σε βάθος 30ετίας (όπως ήταν τα περισσότερα επίδικα δάνεια), πράγμα που γνώριζε η εναγόμενη ακριβώς λόγω της ιδιότητας της ως τράπεζας, δηλαδή του αντικειμένου των εργασιών της, ενώ η σταθερότητα της ισοτιμίας προβαλλόταν ιδιαιτέρως ως παράγων εξασφαλιστικός των ωφελημάτων σύναψης των συμβάσεων αυτών. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη είχε πληροφορηθεί, ήδη από το 2007, σχετικά με το συναλλαγματικό κίνδυνο υποτίμησης του ευρώ κατά ποσοστό έως και 30%, σύμφωνα με την έκθεση και της υποδείξεις του Δ.Ν.Τ., κατά το παραπάνω έτος. Ο τρόπος, άλλωστε, με τον οποίο προβαλλόταν από τους υπαλλήλους της εναγόμενης το συγκεκριμένο καταναλωτικό προϊόν (σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες της διεύθυνσης πωλήσεων της εναγόμενης), η ελλιπής ενημέρωση του καταναλωτή ως προς τους προσδιοριστικούς παράγοντες της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το ευρώ και τις συνέπειες του συσχετισμού του συναλλαγματικού κινδύνου, με μία ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου (στο ζήτημα δε του συσχετισμού των δύο αυτών παραγόντων, η πληροφόρηση αποδεικνύεται ανύπαρκτη), καθώς και τα προαναφερόμενα παραδείγματα, όπου αποτυπώνονταν κυρίως τα θετικά στοιχεία της ως άνω συναλλαγματικής ισοτιμίας (χαμηλό επιτόκιο, χαμηλή μηνιαία δόση), δημιουργούσε στον μέσο καταναλωτή την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι υποχρεώσεις του θα παρέμεναν, αν όχι αμετάβλητες, πάντως σταθερές με μικρές αποκλίσεις στο μέλλον. Τούτο δε, επιτυγχανόταν και με την, εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης, πρόταξη, της φήμης του ελβετικού νομίσματος ως ισχυρού, όπερ, στο πλαίσιο ενημέρωσης για ενδεχόμενη επένδυση στο νόμισμα αυτό. θα ήταν θεμιτό, ενώ στο πλαίσιο συζήτησης περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου και υπό την προϋπόθεση ανατίμησης του ισχυρού, νομίσματος δεν είναι. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενημέρωση των δανειοληπτών δεν έγινε από εξειδικευμένους υπαλλήλους της εναγόμενης, όπως τούτο επιτασσόταν, κατά τα ανωτέρω, από τη Τράπεζα της Ελλάδος, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να πληροφορηθούν, εμπεριστατωμένα, για τους κινδύνους που αναλάμβαναν έναντι μιας μελλοντικής σοβαρής μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ καθώς και τις συνέπειες που θα είχε το γεγονός αυτό στην αποπληρωμή των ένδικων δανείων. Σε κάθε περίπτωση η ενημέρωση από τους υπαλλήλους της εναγόμενης έπρεπε να είναι επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις και να περιλαμβάνει, κατ' ελάχιστον, τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια σοβαρή υποτίμηση του ευρώ ή μια ανατίμηση του ελβετικού φράγκου σε συνδυασμό με τυχόν αύξηση του επιτοκίου.

Εξάλλου, η υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων συμβάσεων και επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης, για επαρκή πληροφόρηση και ενημέρωση, διότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων και δύναται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

 Περαιτέρω, η εξέλιξη αναφορικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των δανειοληπτών από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, πολυετούς διάρκειας, υπήρξε δυσμενής, για τους τελευταίους. Ειδικότερα, ενώ η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο το έτος 2007(οπότε και η εναγόμενη ξεκίνησε να χορηγεί τα επίδικα δάνεια), ανερχόταν σε ένα (1), ευρώ προς 1,61 ελβετικά φράγκα, σταδιακά άλλαζε λόγω ισχυροποίησης του ελβετικού φράγκου και έφθασε το έτος 2015 στη σχέση ένα (1) ευρώ προς 1,027 ελβετικά φράγκα. Οι ως άνω αρνητικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, προς το ελβετικό φράγκο οδήγησαν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές εκ μέρους των δανειοληπτών. Μάλιστα το τελευταίο διάστημα, οι βίαιες μεταβολές της ισοτιμίας είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση της αξίας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, με ορίζοντα μόνιμο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο όρος ο οποίος ήταν προ-διατυπωμένος από την εναγόμενη, κατά το μέρος που ρυθμίζει την συναλλαγματική ισοτιμία με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, καθ' όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, είναι ασαφής, αόριστος και ακατανόητος, τόσο ως προς τη γραμματική διατύπωση του, αλλά, κυρίως, όσο και προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα του στις οικονομικές υποχρεώσεις των δανειοληπτών και περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της εναγόμενης και των ως άνω δανειοληπτών και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος. Ειδικότερα, με τον ως άνω όρο των επίδικων συμβάσεων παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας των γενικών όρων συναλλαγών. Συγκεκριμένα, αν και ο παραπάνω ΓΟΣ ρυθμίζει το περιεχόμενο της αντιπαροχής του οφειλέτη -δανειολήπτη, καθορίζει την μηνιαία δόση του δανειολήπτη, τις καταβολές που πρέπει αυτός να κάνει προς την εναγόμενη προς αποπληρωμή του κεφαλαίου του όσο και των τόκων που προκύπτουν (παραπέμποντας στον αντίστοιχο όρο περί καθορισμού του επιτοκίου, δηλαδή, «το επόμενο άρθρο», άνευ ετέρου τινός),εντούτοις έχει τέτοια (ελλειπτική) διατύπωση που δεν αφήνει να διαφανούν τα μειονεκτήματα και οι επιβαρύνσεις που αυτός ενσωματώνει. Πιο συγκεκριμένα, οι καταναλωτές κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν με ευκρίνεια ότι, - αναλάμβαναν μεταβλητούς κινδύνους (και δη το συνδυασμό του συναλλαγματικού κινδύνου με την ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου του ξένου νομίσματος) και μάλιστα με την υποχρέωση μακροχρόνιας δέσμευσης. Επιπλέον με τον ανωτέρω όρο δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα καθώς και η σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου (μεταξύ των οποίων και ή προαναφερθείσα περί προσδιορισμού του επιτοκίου), ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να εκτιμήσουν, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες τις οποίες τα ανωτέρω συνεπάγονται. Έτσι οι καταναλωτές (οι οποίοι, ανεξαρτήτως του μορφωτικού τους επιπέδου, δεν διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις ως προς τις συναλλαγές σε προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος), αδυνατούσαν όχι μόνο να πληροφορηθούν την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου νομίσματος (ελβετικό φράγκο), αλλά και να αξιολογήσουν τις οικονομικές συνέπειες που θα συνεπαγόταν γι' αυτούς η εφαρμογή της ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας για τον υπολογισμό των δόσεων (των οποίων εν τέλει, θα ήταν και οι τελικοί υπόχρεοι), καθώς και του συνολικού ύψους των δανείων. Άλλωστε, σαφώς αποδείχθηκε ότι το σύνολο, σχεδόν, των επίδικων δανειακών συμβάσεων αφορά σε δάνεια στεγαστικά ή σε αναχρηματοδότηση τέτοιων δανείων, γεγονός από το οποίο συνάγεται πως, η εναγομένη απέβλεπε στην προώθηση του εν λόγω προϊόντος της σε καταναλωτικό κοινό το οποίο, κατά τεκμήριο και υπό την προϋπόθεση ακόμη ότι είναι ευλόγως επιμελές και ενημερωμένο, θα δυσκολευόταν να αντιληφθεί τον κίνδυνο που αναλάμβανε (και δη να αξιολογήσει Τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μίας ρήτρας όπως η επίδικη στις οικονομικές του υποχρεώσεις) χωρίς την απαιτούμενη ειδική και επαρκή κατά τα ανωτέρω πληροφόρηση και σαφήνεια των συμβατικών όρων, σε αντίθεση με την περίπτωση κατά την οποία θα απευθυνόταν σε κοινό που θα επιζητούσε επιχειρηματικά χρηματοδοτικά προϊόντα.

 Επί τη βάσει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο επίδικος όρος οδηγεί ουσιαστικά στην διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών - δανειοληπτών με την εξέλιξη της συναλλακτικής τους σχέσης με την εναγόμενη. Οι καταναλωτές κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης βιώνουν ανατροπή θεμελιωδών στοιχείων της γνώσης τους και της προσλαμβάνουσας αντίληψης τους για το περιεχόμενο και το νόημα των επίδικων συμβάσεων. Αυτό συμβαίνει καθώς οι καταναλωτές προσμένουν ότι για όσο χρονικό διάστημα επιμελώς θα αποπληρώνουν το δάνειο τους, θα μειώνεται και το οφειλόμενο κεφάλαιο των δανείων. Δεν είχε γίνει κατανοητό από τους δανειολήπτες κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων ότι μπορεί να συμβεί το αντίθετο και αποτελεί δικαιολογημένη και καλλιεργημένη από την τράπεζα προσδοκία (κατά τα ανωτέρω), ότι με κάθε μηνιαία δόση που καταβάλει μειώνει και το χρέος του έναντι της τράπεζας. Συνεπώς, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τον δανειολήπτη ότι όσο αποπληρώνει το δάνειο, τόσο αυτό μειώνεται ως χρέος. Οι παραπάνω, όμως, αρνητικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ οδήγησαν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές εκ μέρους των δανειοληπτών, κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, αποτελεί πλήρη διάψευση κάθε δικαιολογημένης προσδοκίας των δανειοληπτών, ότι εξαιτίας του παραπάνω ΓΟΣ μπορεί να αποπληρώνουν επί αρκετά έτη τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής των δανείων τους χωρίς να απομειώνονται τα οφειλόμενα δάνεια. Σημειωτέον δε ότι ο επίμαχος όρος είναι μεν σαφής ως προς τη γραμματική του διατύπωση, πλην όμως, το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του (άνευ άλλου δηλαδή), για τη διαπίστωση της εγκυρότητάς του καθώς υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη, ότι, δηλαδή, καταβάλλοντος τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου, αλλά και λόγω της εν γένει λειτουργίας του συμβατικού μηχανισμού στον οποίο εντάσσεται η ρήτρα αυτή. Κατ' αυτόν τον τρόπο, διαταράσσεται σημαντικά και η ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σε βάρος των δανειοληπτών, καθόσον ο επίμαχος (ΓΟΣ), οδηγεί στη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας τους ως προς τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της σύμβασης. Επιπλέον:

α) Κάθε όρος (ΓΟΣ), μιας καταναλωτικής σύμβασης στον οποίο αποτυπώνονται οι υποχρεώσεις του καταναλωτή, ελέγχεται ως προς τη διαφάνεια του και την ευκρίνεια με την οποία αναδεικνύει την αιτία και το ύψος των επιβαρύνσεων του τελευταίου, ακόμη και εάν αποτελεί στοιχείο της κύριας παροχής της συμβάσεως, δηλαδή, ακόμη και αν συνιστά ουσιώδες στοιχείο αυτής και αφορά στην ιδία τη φύση της υποχρέωσης του οφειλέτη.

β) ο προ διατυπωμένος - στερεότυπος, όρος (ΓΟΣ), κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι καταβολές που λάμβαναν χώρα σε ευρώ καθ' όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των επίδικων δανείων, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου άκυρος και καταχρηστικός, καθώς δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας. Δεν επιτρέπει στον καταναλωτή - δανειολήπτη να αντιληφθεί επαρκώς, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και χωρίς μετασυμβατική εξωτερική βοήθεια, την έκταση των επιβαρύνσεων που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, γ) επίσης, ο επίμαχος ΓΟΣ είναι άκυρος λόγω διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του δανειολήπτη καταναλωτή καθώς ανατρέπει αδικαιολόγητα την βασική προσμονή ότι όσο θα αποπληρώνει το χρέος του, τόσο θα απομειώνεται αυτό ή τουλάχιστον δεν θα αυξάνεται, δ) ο παραπάνω ΓΟΣ είναι άκυρος και για τον επιπλέον λόγο, διότι, αλλοιώνει και ανατρέπει τη νομική φύση και τον κύριο συμβατικά σκοπό της σύμβασης καταναλωτικού στεγαστικού δανείου καθώς μετατρέπει τον δανειολήπτη - καταναλωτή ενεργό και καθημερινό συμμέτοχο στη μεταβαλλόμενη και απροσδιόριστη αγορά συναλλάγματος.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Τον τελευταίο καιρό επικρατεί γύρω μας μία τρομοκρατία και πολλοί νομίζουν ότι θα ξυπνήσουν ένα πρωι και η τράπεζα θα τους έχει αρπάξει το σπίτι.

Τα ΜΜΕ για τους δικούς τους λόγους ενισχύουν αυτή την άποψη, εγκαταλείποντας τους πολίτες στην άγνοια και τον φόβο τους.

Τα πράγματα φυσικά δεν είναι καθόλου έτσι. Ο πλειστηριασμός είναι το τελευταίο και έσχατο στάδιο μιας αρκετά χρονοβόρας διαδικασίας που έχει προηγηθεί.

Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή. Για να φτάσει ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο να βγει σε πλειστηριασμό ή για να γίνει κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού θα πρέπει να έχει υπάρξει κάποια οφειλή μας, την οποία δεν έχουμε εξυπηρετήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι περισσότερες οφειλές αυτή την περίοδο προέρχονται είτε από δάνεια προς τράπεζες είτε από ασφαλιστικές μας εισφορές που δεν έχουμε καταβάλει για πολλά πολλά χρόνια στο δημόσιο.

Σε κάθε περίπτωση όμως είτε πρόκειται για τράπεζα είτε για το δημόσιο, υπάρχει μια συγκεκριμένη, υποχρεωτική διαδικασία που ακολουθείται για την διεκδίκηση και είσπραξη της οφειλής.

Από την μεριά μας το πρώτο μας μέλημα θα πρέπει να είναι όταν αντιληφθούμε την έναρξη αυτής της διαδικασίας, να επισκεφτούμε τον/την δικηγόρο μας για να μας ενημερώσει και κατευθύνει ώστε να μην χάσουμε τα δικαιώματά μας.

Έτσι, η τράπεζα ξεκινά με μια ενημερωτική επιστολή στην οποία μας ειδοποιεί ότι έχουμε καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση του δανείου. Αυτό είναι ένα στάδιο όπου χτυπάνε σε μας τα πρώτα καμπανάκια κινδύνου. Μπορούμε στο στάδιο αυτό να επιδιώξουμε μια ρύθμιση με την τράπεζα. Προσοχή όμως η ρύθμιση θα πρέπει να γίνει σε υποκατάστημα και όχι τηλεφωνικά και προφορικά, με υπογραφή και αντίγραφο της συμφωνίας. Πριν την υπογραφή της ρύθμισης θα πρέπει να είστε σίγουροι ότι είναι μια συμφέρουσα για σας συμφωνία και ότι μπορείτε να την εξυπηρετήσετε ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ.

Αν σε αυτό το στάδιο δεν γίνει τίποτα, η τράπεζα στέλνει εξώδικο, όπου καταγγέλλει την δανειακή σύμβαση. Κλείνει δηλαδή τον λογαριασμό. Μην βάζετε μετά την καταγγελία χρήματα στον λογαριασμό, διότι θα πληρώνετε μόνο τόκους υπερημερίας.

Πάλι μπορείτε να κάνετε ρύθμιση ακολουθώντας τις παραπάνω οδηγίες.

Το εξώδικο είναι το πρώτο τυπικό και απαραίτητο στοιχείο για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Της δικαστικής απόφασης δηλαδή μέσω της οποίας η τράπεζα μπορεί να επισπεύσει την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του ακινήτου ή του τραπεζικού λογαριασμού σας.

Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον οφειλέτη. ¨Όταν πάρουμε την διαταγή πληρωμής στα χέρια μας, δεν την πετάμε σε μια γωνιά επειδή έχουμε κατάθλιψη ή φοβόμαστε τι θα διαβάσουμε ή επειδή έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε και την ξεχνάμε… Αμέσως ΤΡΕΧΟΥΜΕ σε δικηγόρο!! Και τούτο διότι ο νόμος προβλέπει ότι από την επίδοση της δγης πληρωμής στον οφειλέτη, αυτός έχει το δικαίωμα να την προσβάλει μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες με ανακοπή που κατατίθεται στο δικαστήριο. Μετά την πάροδο των 15 ημερών ο οφειλέτης ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ να προσβάλει την δανειακή σύμβαση και την οφειλή σε όλο της το εύρος. Με την ανακοπή επικαλούμαστε λόγους πραγματικούς και νομικούς, οι οποίοι αν γίνουν δεκτοί μπορεί και να απορρίψουν την οφειλή στο σύνολό της ώστε να απαλλαγούμε από αυτή.

Επίσης σε πρακτικό επίπεδο η ανακοπή συζητείται σε αρκετούς μήνες μετά την κατάθεσή της. Άρα αν το μοναδικό περιουσιακό μας στοιχείο είναι η κατοικία μας, αυτό δεν μπορεί να εκπλειστηριάστε μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής μας. Αν έχουμε κι άλλα περιουσιακά στοιχεία υποχρεωτικά θα πρέπει να κάνουμε και αίτηση αναστολής ώστε να παγώσει και προς αυτά η κατάσχεση.

Αν η ανακοπή μας δεν γίνει δεκτή, έχουμε δικαίωμα έφεσης, άρα συνεχίζεται το πάγωμα του πλειστηριασμού.

Σε περίπτωση που δεν ασκήσουμε ανακοπή ή αν αυτή απορριφθεί σε κάθε περίπτωση, πριν την διαδικασία του πλειστηριασμού ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να προσβάλει πάλι με ανακοπές και αναστολές την τιμή του ακινήτου, το πρόγραμμα του πλειστηριασμού κ.τ.λ. Βέβαια, εδώ οι προθεσμίες είναι πολύ σύντομες και δεν αφορούν πλέον την ουσία της δανειακής σύμβασης αλλά μόνο τυπικά θέματα και ουσιαστικά το μόνο που επιτυγχάνουν είναι την καθυστέρηση της διαδικασίας και όχι την απαλλαγή της κατοικίας μας από τον πλειστηριασμό.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις οφειλές μας προς το δημόσιο. Και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε δικαίωμα ανακοπής. Με το δημόσιο υπάρχει μια σημαντική διαφορά που πρέπει να προσέξουμε. Κάθε δημόσια αρχή λειτουργεί διαφορετικά ως προς την έναρξη διεκδίκησης των οφειλομένων και σε κάθε περίπτωση η δικονομική άμυνα του οφειλέτη είναι διαφορετική.

Έτσι όταν πρόκειται για οφειλές προς το δημόσιο, προσφεύγουμε στον δικηγόρο μας άμεσα, ό,τι έγγραφο και αν μας κοινοποιηθεί, διότι μόνο αυτός, μπορεί να το αξιολογήσει και να μας συμβουλεύσει με ποιον τρόπο θα πρέπει να κινηθούμε για να μπορέσουμε αν είναι δυνατόν να ανατρέψουμε την οφειλή.

Σημειωτέον ότι το δημόσιο διεκδικεί οφειλές που έχουν παραγραφεί κανονικά. Αν όμως δεν γίνουν από τον οφειλέτη οι κατάλληλες ενέργειες ΕΜΠΡΟΘΕΣΜΑ χάνεται το δικαίωμα της ένστασης παραγραφής και επομένως της διαγραφής μέρους της οφειλής.

Μία άλλη λύση γι’αυτούς που έχουν τις προϋποθέσεις είναι ή ένταξη τους στο ν. Κατσέλη.

Αυτό που θα ήθελα να γίνει κατανοητό και πάντα φωνάζω είναι ότι έχετε δικαιώματα, αλλά υπάρχει χρονικός περιορισμός στην άσκησή τους. Αν κινηθείτε λοιπόν άμεσα και μέσα στους δικονομικούς χρόνους, τότε δεν θα είστε τόσο αβοήθητοι απέναντι στους δανειστές σας. Δεν θα είστε άοπλοι. Αντιθέτως υπάρχει πιθανότητα να βγείτε κερδισμένοι. Αν δεν μείνετε με σταυρωμένα τα χέρια τότε θα είστε σίγουρα χαμένοι και θα βλέπετε τους κόπους σας να βγαίνουν στο σφυρί…

Είναι σαφές ότι τα δικαστήρια έχουν κάποιο κόστος και δεν είναι εύκολο να παρθεί η απόφαση να κινηθεί κάποιος με αυτόν τον τρόπο. ¨Όμως αν δεν γίνει καμία από τις ανωτέρω ενέργειες, όπως είναι σαφές, ο οφειλέτης αποδυναμώνεται τελείως, χάνει όλα του τα δικαιώματα και η τράπεζα είναι η απόλυτη και κυρίαρχη δύναμη, ενώ στην πραγματικότητα οι πράξεις της ακυρώνονται με σωρεία δικαστικών αποφάσεων ως παράνομες, καταχρηστικές και κακόπιστες.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Δεκτή έγινε αγωγή κατά ασφαλιστικής εταιρείας σχετικά με τον τραυματισμό μοτοσικλετιστή από διερχόμενο αυτοκίνητο που παραβίασε την πινακίδα ΣΤΟΠ που είχε στην πορεία του. Ο μοτοσικλετιστής

που φορούσε κράνος και εκινείτο σύννομα και με χαμηλή ταχύτητα, τραυματίστηκε και στα δύο άνω άκρα με αποτέλεσμα να είναι ανίκανος προς εργασία για διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών.

Η εργασία του μοτοσικλετιστή ήταν σερβιτόρος σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων την καλοκαιρινή σεζόν και σε ταβέρνα με μερική απασχόληση τους υπόλοιπους μήνες.

Από την εργασία του αυτή εκτός από τους μισθούς του, αποκέρδαινε και φιλοδωρήματα, που αύξαναν σημαντικά τα εισοδήματά του, χωρίς όμως αυτά να αποδεικνύονται.

Ο τραυματισμός στα δύο άνω άκρα του, στέρησε από τον ενάγοντα την δυνατότητα να εργαστεί στην ταβέρνα για ένα μήνα τουλάχιστον και για έναν ακόμα μήνα στο πεντάστερο ξενοδοχείο που κατά

την συνήθη πορεία των πραγμάτων όπως και τα δύο προηγούμενα έτη θα προσλαμβανόταν με 8ώρη καθημερινή απασχόληση.

Τελικά μετά από μερική αποκατάσταση της υγείας του και προκειμένου να μην χάσει τελείως την σεζόν αλλά κυρίως τις διασυνδέσεις του με τους εργοδότες του ξενοδοχείου και μείνει άνεργος,

προσελήφθη ένα μήνα μετά την έναρξη της τουριστικής σεζόν με πλήρες ωράριο από το ξενοδοχείο.

Επειδή όμως το επάγγελμα του σερβιτόρου είναι απαιτητικό, καταπονεί συνεχώς τα χέρια και έχει ορθοστασία για πολλές ώρες, η κατάσταση της υγείας των χεριών του ενάγοντος παρουσίασε

επιδείνωση με αποτέλεσμα να χρειαστεί να μειώσει τις ώρες εργασίας του από 8 (στην πραγματικότητα 10) σε 4 ώρες την ημέρα. Το γεγονός αυτό, εκτός από την μείωση του σταθερού μισθού του

προκάλεσε και μείωση των φιλοδωρημάτων που λάμβανε από τους πελάτες του ξενοδοχείου.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκανε δεκτά στο μεγαλύτερο μέρος τους το δικάσαν δικαστήριο που επιδίκασε για διαφυγόντα κέρδη στον ενάγοντα σχεδόν 6000 ευρώ από τα 8.000 που αιτήθηκε με

την αγωγή του. Στα ποσά αυτά συμπεριλαμβάνονταν και τα φιλοδωρήματα, που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ελάμβανε ο ενάγων κατά την εργασία του και του τα επιδίκασε.

Επίσης το δικαστήριο δέχθηκε και του επιδίκασε αποζημίωση για τις υπηρεσίες της μητέρας του προς αυτόν καθ’όλο το διάστημα που ήταν ανίκανος να αυτοεξυπηρετείται, ποσού 300 ευρώ μηνιαίως και

επίσης επιπλέον κονδύλιο για λήψη βελτιωμένης διατροφής ποσού 5 ευρώ το μήνα για ενάμιση περίπου μήνα.

Τα ποσά αυτά επιδικάζονται μόνο εφόσον αιτηθούν με δικόγραφο αγωγής και με σωστή διατύπωση ώστε να είναι ορισμένα και σαφή. Διαφορετικά το δικαστήριο τα απορρίπτει και δεν προχωρεί στην

επιδίκαση τους.

Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναγνώρισε την αποκλειστική υπαιτιότητα του ζημιογόνου οχήματος που ήταν ασφαλισμένο σε αυτήν, πρότεινε εξωδικαστική

αποζημίωση ποσού 8.000 ευρώ. Με την αγωγή που άσκησε ο παθών κέρδισε τελικά το ποσό των 18.000 ευρώ, ενώ 8.000 ευρώ του επιδικάσθηκαν μόνο για την ηθική του βλάβη.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Το καλοκαίρι το 2017, το κλιμάκιο του ΣΕΠΕ σε επιτόπιο έλεγχο σε επαγγελματικό φορτηγό καθαρισμού χαλιών επέβαλε πρόστιμο αδήλωτης εργασίας στην επιχείρηση καθαρισμού χαλιών για τον οδηγό του επαγγελματικού φορτηγού αλλά και τον συνοδηγό. Το κλιμάκιο περπατούσε στο δρόμο όταν το φορτηγάκι σταμάτησε μπροστά τους για να παραλάβει χαλιά από κοντινό διαμέρισμα.

Επεδείχθη το τιμολόγιο παραλαβής των χαλιών αλλά δεν βρέθηκαν τα δύο άτομα καταχωρημένα στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησης. Και οι δύο δηλώσαν ότι έκαναν εξυπηρέτηση στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης ο οποίος θα έπρεπε κανονικά να παραλάβει τα χαλιά, αλλά επειδή αδιαθέτησε ξαφνικά, προθυμοποιήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Ο Οδηγός δε επέδειξε και σχετική κάρτα ότι είναι οδηγός στο Δήμο Αθηναίων. Παρ’όλα αυτά το πρόστιμο επιβλήθηκε και ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης άσκησε προσφυγή και αίτηση αναστολής για το πρόστιμο που ανερχόταν σε 20.000 ευρώ περίπου.

Κατά την συζήτηση της προσωρινής αναστολής, επεδείχθησαν ενώπιον του δικαστή όλα τα οικονομικά στοιχεία της ζημιογόνου επιχείρησης καθαρισμού χαλιών αλλά και τα έξοδα του ιδιοκτήτη της. Επίσης αποδείχθηκε το σοβαρό ιατρικό του πρόβλημα με ιατρική βεβαίωση και κατά την ημέρα που επιβλήθηκε το πρόστιμο στους δύο μη καταχωρημένους δήθεν εργαζόμενους. Τέλος παρουσιάστηκε στον δικαστή ο ετήσιος πίνακας προσωπικού με τους απασχολούμενους υπάλληλους.

Αποδείχθηκε δε ότι το άλλο άτομο που δεν ήταν καταχωρημένο ήταν πρώην εργαζόμενος επί 5ετία στην επιχείρηση, στενός οικογενειακός φίλος του ιδιοκτήτη και νυν συνταξιούχος.

Ο δικαστής υπηρεσίας έκανε εν μέρει δεκτή την αναστολή μέχρι το ποσό των 10.000 ευρώ. Η απόφαση όμως της αναστολής έκανε δεκτούς όλους τους προβαλλομένους ισχυρισμούς της προσφυγής, έκρινε ότι θα γίνει αυτή δεκτή και χορήγησε αναστολή με την προϋπόθεση να πληρωθεί μέρος του ποσού του προστίμου ύψους μόλις 3.000 ευρώ.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το τελευταίο διάστημα η αναστολή που δίνεται μπορεί να είναι μερική, δηλαδή το δικαστήριο να δεχθεί το αίτημα αναστολής για ένα τμήμα του προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβληθεί ένα ποσό που ορίζει ο δικαστής.

Συνήθως το ποσό αυτό είναι το 1/3 ή και περισσότερο του συνολικού προστίμου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το ποσό που καλείται να πληρώσει η επιχείρηση είναι σχετικά μικρό και διαχειρίσιμο.

Σε ανάλογες περιπτώσεις, είναι σημαντικό να μην παραδεχόμαστε την ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ υπαλλήλου και εργοδότη, να μην προβαίνουμε σε βιαστική αναγγελία πρόσληψης και να μην κάνουμε καμία κίνηση πριν συμβουλευτούμε δικηγόρο γνώστη του αντικειμένου, ώστε να μας καθοδηγήσει σωστά και με την φόρμουλα που θα μας βοηθήσει ενδεχομένως αναφορικά με το πρόστιμο.

Από την άλλη είναι συνετό, οι επιχειρήσεις που απασχολούν πολλά άτομα προσωπικό ταυτόχρονα να φροντίζουν να τα έχουν ασφαλισμένα, διότι ναι μεν για ένα με δύο άτομα ανασφάλιστα, μπορεί ενδεχομένως να υπάρχει μια δικαιολογία αλλά για παραπάνω άτομα ανασφάλιστα είναι δύσκολο να αποφευχθεί τυχόν πρόστιμο σε περίπτωση ελέγχου.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Μετά το θάνατο κάποιου όλη η περιουσία του κληρονομείται από τους κληρονόμους που είτε είναι οι στενοί συγγενείς του είτε αναφέρονται στην διαθήκη του.

Η κληρονομιαία περιουσία αποτελείται και από ενεργητικό και το παθητικό της, οπώς αυτό αποτιμάται σε χρήμα. Με άλλα λόγια τα χρέη που έχει κάποιος από δάνεια, από άλλες οφειλές ή στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία κτ.λ.

κληρονομούνται με τον ίδιο τρόπο που κληρονομούνται και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία, π.χ. τα ακίνητα, οι τραπεζικοί λογαριασμοί, τα κοσμήματα κ.τ.λ.

Ο κάθε κληρονόμος έχει εκ του νόμου δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά που του αφήνεται μέσα σε προθεσμία 4 μηνών από τον θάνατο του διαθέτη αν είναι κάτοικος Ελλάδος και ενός χρόνου αν είναι κάτοικος εξωτερικού ο

διαθέτης ή ο κληρονόμος.

Αποποίηση γίνεται συνήθως όταν το παθητικό της κληρονομιάς είναι μεγαλύτερο του ενεργητικού, δηλαδή όταν τα χρέη και οι οφειλές ξεπερνούν τα άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Π.χ. αν κάποιος έχει μόνο ένα ακίνητο σαν περιουσιακό στοιχείο και χρέη προς τράπεζες, εφορία κτ.λ. που ξεπερνούν την εμπορική αξία του ακινήτου, τότε σε αυτή την περίπτωση είναι πιο συμφέρον για τον κληρονόμο να αποποιηθεί την

κληρονομιά μέσα στην 4μήνη προθεσμία.

Δεν υπάρχει τμηματική ή εν μέρει αποποίηση. Δηλαδή δεν μπορεί κάποιος να αποποιηθεί τα χρέη και να αποδεχθεί την υπόλοιπη περιουσία. Η αποποίηση αφορά πάντα το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας.

Η αποποίηση γίνεται στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου θανάτου του διαθέτη. Πρώτοι αποποιούνται οι αναγκαστικοί κληρονόμοι αν δεν υπάρχει διαθήκη. Δηλ. τα τέκνα και οι σύζυγοι. Μετά την αποποίηση των πρώτων

κληρονόμων η 4μηνη προθεσμία ξεκινά για τους κληρονόμους που θα κληρονομούσαν αν δεν υπήρχαν οι πρώτοι κληρονόμοι.

Δηλαδή αν αποβιώσει κάποιος που είχε σύζυγο δύο τέκνα και δύο αδέλφια, αποποιούνται πρώτα τα τέκνα και ο /η σύζυγος. Μετά την αποποίηση αυτών ξεκινά η 4μήνη προθεσμία αποποίησης των αδελφών του.

Προσοχή! Αν τα τέκνα έχουν παιδιά δηλαδή ο αποβιώσας είχε εγγόνια, μετά τα τέκνα, πρέπει να αποποιηθούν τα εγγόνια. Αν τα εγγόνια είναι ανήλικα η αποποίηση γίνεται μόνο με δικαστική απόφαση. Ο χρόνος από την κατάθεσης της

αίτησης αποποίησης στο δικαστήριο και μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν μετράει και το τετράμηνο της αποποίησης υπολογίζεται με τον χρόνο που έχει προηγηθεί της αίτησης και έπεται της έκδοσης απόφασης.

Το ίδιο εννοείται ότι ισχύει και για τα αδέλφια του αποβιώσαντος. Αν έχουν παιδιά ( δηλ. τα ανίψια), πρέπει και αυτά με την σειρά τους να αποποιηθούν μετά τους γονείς. Κι αν έχουν κι αυτά ανήλικα τέκνα, τότε θα πρέπει να κάνουν

αποποίηση και για τα παιδιά τους με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω.

 

Αναστασία Χρ. Μήλιου

 

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

 

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

 

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

 

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

 

fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

Οι ισχυρές βροχοπτώσεις που έπνιξαν την δυτική Αττική και όχι μόνο, προκάλεσαν τεράστια προβλήματα και υλικές καταστροφές. Άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, τραυματίστηκαν ή κινδύνεψαν, υπόγεια, και ισόγεια πλημμύρησαν, περιουσίες και εμπορεύματα καταστράφηκαν, οχήματα έπαθαν ζημιές από πτώσεις δέντρων ή από την παράσυρση τους.

Αν και ο κρατικός μηχανισμός θα προσπαθήσει για μια ακόμα φορά να κρυφτεί πίσω από την δικαιολογία ότι τα καιρικά φαινόμενα ήταν «ασυνήθιστα έντονα» και δεν μπορούσαν να προβλεφτούν, ώστε να προστατευθούν οι πολίτες και οι περιουσίες τους από τις πλημμύρες και τις καταστροφές, αποδεικνύεται για μία ακόμα φορά η τεράστια κρατική ευθύνη λόγω της έλλειψης των κατάλληλων αντιπλημμυρικών έργων σε πολλές περιοχές, της άναρχης δόμησης σε μπαζωμένα ρέματα, αλλά και της αδράνειας των αρμόδιων φορέων να αποφράξουν και να συντηρήσουν τα φρεάτια τα ρέματα έχουν απομείνει, ώστε να περιοριστούν όσο το δυνατόν οι πλημμύρες από τα όμβρια ύδατα.

Φυσικά, η ευθύνη του Δημοσίου δεν περιορίζεται στο ηθικό κομμάτι της προστασίας των πολιτών κ.τ.λ. αλλά έχει και νομικές συνέπειες. Συνεπώς οι πολίτες που οι μεγάλες καταστροφές από τις πλημμύρες έπληξαν τους ίδιους και τις περιουσίες τους, δικαιούνται να αξιώσουν την καταβολή αποζημιώσεων όχι μόνο για τις υλικές ζημιές αλλά και για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω της στενοχώριας, της ταλαιπωρίας κ.λπ. που πέρασαν από τις καταστροφές περιουσιακών στοιχείων και τους τραυματισμούς, έως και τον θάνατο.

Υπεύθυνοι μπορεί να είναι οι Δήμοι για τα δέντρα, η ΕΥΔΑΠ για τα βουλωμένα φρεάτια, το ΥΠΕΧΩΔΕ και άλλοι φορείς αναλόγως την αιτία πρόκλησης της ζημιάς και το ιστορικό της κάθε περίπτωσης.

Τα διοικητικά δικαστήρια με σωρεία αποφάσεων, αποζημιώνουν απλόχερα τους πληγέντες λόγω βροχοπτώσεων, για παραβάσεις του Δημοσίου όπως βουλωμένα φρεάτια και ρέματα, παράλειψη συγκομιδής σκουπιδιών ή εφόσον υπάρχουν προβλήματα σε οδικά έργα, όταν λείπουν τα αναγκαία αντιπλημμυρικά έργα, δηλαδή για ενέργειες που παραλείπονται σχεδόν συστηματικά από το Δημόσιο.

Οι ισχυρισμοί του Δημοσίου ότι τάχα βάρος ευθύνης φέρουν και οι πολίτες διότι δεν παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, πρωτίστως για την προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης από το Δημόσιο σε τρίτους. Απορριπτέο κρίνεται επίσης και το επιχείρημα ότι οι καταστροφές οφείλονται σε εξαιρετικά σπάνια σε ένταση καιρικά φαινόμενα, αφού κυρίαρχο στοιχείο για την ευθύνη είναι η απουσία έργων, καθαρισμού κ.λπ.

Το πρώτο βήμα, είναι να γίνει σωστή καταγραφή της ζημιάς. Είτε πρόκειται για αυτοκίνητο, είτε εμπορεύματα ή άλλου είδους περιουσιακό στοιχείο, θα πρέπει να φροντίσουμε να τραβήξουμε πολλές φωτογραφίες για να έχουμε εικόνα του μεγέθους της καταστροφής.

Αν έχει γίνει κλήση στο 100 ή την πυροσβεστική να φροντίσουμε να πάρουμε αντίγραφο από το Δελτίο Συμβάντων.

Να επικοινωνήσουμε με τον αρμόδιο δημόσιο φορέα και να δηλώσουμε την ζημιά μας, κρατώντας αντίγραφο με πρωτόκολλο της δήλωσης-αίτησης αυτής.

Αν έχουμε κάποια ιδιωτική ασφάλιση που καλύπτει αυτή την ζημία, τότε να επικοινωνήσουμε με τον ασφαλιστή μας.

Σημειώνεται δε ότι η κάλυψη της ζημιάς από ιδιωτική ασφάλιση, όπως συμβαίνει στα ασφαλιστήρια οχημάτων και εμπορευμάτων ή επιχειρήσεων, δεν αναιρεί την ευθύνη του Δημοσίου και ο πολίτης μπορεί να διεκδικήσει στα διοικητικά δικαστήρια περαιτέρω αποζημίωση για ηθική βλάβη, η οποία δεν προβλέπεται στις ιδιωτικές ασφαλίσεις, καθώς επίσης και ό,τι ζημία δεν καλύφτηκε από την ιδιωτική ασφάλιση.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr, fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Μυστική είναι η διαθήκη για την κατάρτιση της οποίας ο διαθέτη εγχειρίζει στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι αυτό περιέχει την τελευταία του βούληση, δηλαδή η μυστική διαθήκη αποτελεί συνδυασμό τόσο της ιδιόγραφης όσο και της δημόσιας διαθήκης. Η κατάρτιση της διαθήκης αυτής ολοκληρώνεται στα εξής 5 στάδια:

α) την σύνταξη του εγγράφου που εγχειρίζεται στο συμβολαιογράφο και εμπεριέχει την τελευταία βούληση του διαθέτη, το οποίο έγγραφο μπορεί να συνταχθεί με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη (άρθρα 1738 και 1740 ΑΚ),

β) την εγχείριση του εγγράφου στο συμβολαιογράφο, με την παρουσία των συμπραττομένων προσώπων, ήτοι τριών μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα, κατά την οποία ο διαθέτης πρέπει να δηλώσει ότι το έγγραφο περιέχει την τελευταία του βούληση (άρθρο 1738 ΑΚ),

γ) την σφράγιση του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει και πριν την εγχείριση (άρθρο 1741 ΑΚ),

δ) την σημείωση στο έγγραφο από το συμβολαιογράφο του ονόματος και του επωνύμου του διαθέτη, καθώς και της χρονολογίας της εγχείρισης, την οποία πρέπει επί ποινή ακυρότητας να υπογράψουν ο διαθέτης και τα συμπραττόμενα πρόσωπα, δηλαδή οι συμβολαιογράφοι και οι μάρτυρες (άρθρο 1742 ΑΚ), και

ε) σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης για την μυστική διαθήκη (άρθρο 1743 ΑΚ), η οποία πρέπει να περιέχει επί ποινή ακυρότητας:

1) τη χρονολογία και τον τόπο σύνταξής της, τον προσδιορισμό του διαθέτη και το όνομα και επώνυμο των συμπραττομένων προσώπων,

2) την βεβαίωση για την εγχείριση του εγγράφου από το διαθέτη στον συμβολαιογράφο με την παρουσία των λοιπών συμπραττομένων προσώπων και την προφορική δήλωση του διαθέτη ότι αυτό περιέχει την τελευταία του βούληση,

3) την βεβαίωση ότι το έγγραφο σφραγίστηκε ενώπιον του διαθέτη και των συμπραττομένων προσώπων ή εγχειρίστηκε σφραγισμένο,

4) την βεβαίωση ότι στο έγγραφο συντάχθηκε η υπό στοιχείο δ’ σημείωση και υπογράφηκε,

5) την βεβαίωση ότι όλα τα συμπραττόμενα πρόσωπα ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξεως,

6) την βεβαίωση μετά την ανάγνωση της πράξεως ότι η ανάγνωση έλαβε χώρα και

7) την υπογραφή της πράξεως από το διαθέτη και τα συμπραττόμενα πρόσωπα.

Προβλέπεται επίσης, όχι όμως με ποινή ακυρότητας, η σημείωση του αριθμού της πράξεως από το συμβολαιογράφο επί του εγχειριζομένου εγγράφου και προσάρτηση του εγγράφου στην πράξη.

Εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος, η μυστική διαθήκη είναι άκυρη, το ίδιο δε ισχύει και για τους άλλους δύο τύπους διαθηκών. Η ακυρότητα αυτή είναι απόρροια της αυστηρής τυπικότητας που χαρακτηρίζει την σύνταξη διαθήκης, αλλά ο ως άνω κανόνας επιδέχεται εξαιρέσεις, κατά πρώτο λόγο δε αυτές για τις οποίες υπάρχει ρητή νομοθετική επιφύλαξη, ήτοι για διατυπώσεις που ο νομοθέτης ο ίδιος αξιολογεί ως ήσσονος σημασίας και ορίζει ότι η μη τήρησή τους δεν επιφέρει ακυρότητα, θεσπιζόμενες στα άρθρα 1727§2, 1728§2, 1729§4, 1731, 1732§1εδ.γ’ περ.β’, 1732§2, 1737§§3 και 4 και 1743§3 ΑΚ. Περαιτέρω, υπάρχουν και εξαιρέσεις κατόπιν ερμηνείας των διατάξεων περί τύπου, οι οποίες εξαιρέσεις δικαιολογούνται από την αναγκαιότητα διαφύλαξης της βούλησης του διαθέτη, όταν η ελαττωματικότητα δεν είναι τόσο σοβαρή, ώστε να διακυβεύεται η ίδια η αρχή της τυπικότητας, αφού σκοπός της αρχής αυτής είναι να διαφυλάξει την αυθεντικότητα της δήλωσης βούλησης του διαθέτη και δεν πρέπει να καταλήγει να αποτελεί εμπόδιο στο ατομικό δικαίωμα του προσώπου να διαθέτει αιτία θανάτου την περιουσία.

Ειδικότερα, όμως, στην περίπτωση της μυστικής διαθήκης, δεν χωρεί ερμηνεία των σχετικών διατάξεων τέτοια, ώστε να γίνει δεκτό ότι ακυρότητα που προκαλεί η παράλειψη, ολική ή μερική, ενός εκ των σταδίων κατάρτισής της θεραπεύεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων μεταγενέστερου σταδίου. Πιο συγκεκριμένα, οι διατυπώσεις που ορίζουν ότι πρέπει να σημειωθεί στο εγχειριζόμενο έγγραφο από το συμβολαιογράφο το όνομα και του επώνυμο του διαθέτη, καθώς και η χρονολογία της εγχείρισης, σημείωση την οποία πρέπει να υπογράψουν ο διαθέτης και τα συμπραττόμενα πρόσωπα, πρέπει να έχουν τηρηθεί σωρευτικά με αυτές περί συντάξεως της συμβολαιογραφικής πράξης για την εγχείριση του εγγράφου. Και τούτο διότι ο επιδιωκόμενος από το νομοθέτη σκοπός του τύπου αυτού είναι η εξασφάλιση της γνησιότητας αυτού καθαυτού του περιεχομένου του εγχειριζομένου εγγράφου της διαθήκης, ενώ ο σκοπός του τύπου είναι η βεβαίωση με δημόσιο (συμβολαιογραφικό) έγγραφο ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις κατά την εγχείριση. Άλλωστε, μία εκ των διατυπώσεων αυτών είναι και η ως άνω σημείωση, η τήρηση της οποίας πρέπει να βεβαιωθεί στην συμβολαιογραφική πράξη, με αποτέλεσμα η μη τήρηση της διατύπωσης για την σημείωση να συνεπάγεται αναπόφευκτα και την μη ορθή τήρηση της διατύπωσης για την σύνταξη πράξης, αφού η πράξη αυτή δεν θα έχει το απαραίτητο από το νόμο περιεχόμενο, ήτοι δεν θα περιέχει την βεβαίωση ότι συντάχθηκε και υπογράφηκε η εν λόγω σημείωση. Η παράλειψη αυτή και μόνη της ενδεχομένως θα αρκούσε για να επιφέρει ακυρότητα της μυστικής διαθήκης, συμπέρασμα το οποίο συνάγεται εξ αντιδιαστολής (argumentum a contrario) από την διάταξη της §3 του άρθρου 1743 ΑΚ, η οποία θέτει ως επιπλέον διατύπωση για την σύνταξη της μυστικής διαθήκης ότι ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει στο έγγραφο που του εγχειρίστηκε ή το περικάλυμμά του και τον αριθμό της συνταχθείσας από τον ίδιο πράξης, αλλά ορίζει ρητά ότι η μη αναγραφή του αριθμού αυτού στο παραδοθέν έγγραφο δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης, δηλαδή οριοθετεί το βαθμό στο οποίο η μη τήρηση των σχετικών με την σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης για την εγχείριση της μυστικής διαθήκης δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής.

Έτσι η μυστική διαθήκη του διαθέτη που, όμως γράφηκε από τρίτον, καθ’ υπαγόρευση του διαθέτη, και υπογράφηκε από αυτόν με το αριστερό του χέρι λόγω αδυναμίας του δεξιού, στην συνέχεια δε τοποθετήθηκε εντός φακέλου ο οποίος σφραγίστηκε και σε μεταγενέστερο χρόνο παραδόθηκε σφραγισμένος σε συμβολαιογράφο ενώπιον τριών μαρτύρων ο δε φάκελος έφερε την υπογραφή του διαθέτη, η δε συμβολαιογράφος έθεσε την σημείωση «., υπέγραψε την σημείωση» και έθεσε την σφραγίδα της. Κατά τον αυτό χρόνο η εν λόγω συμβολαιογράφος συνέταξε την υπ’ αριθμόν..., πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία περιείχε την ημεροχρονολογία καταθέσεώς της και τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των μαρτύρων και στην οποία βεβαιώθηκε α) ότι ο φάκελος παραδόθηκε από τον διαθέτη ενώπιον των μαρτύρων, β) ότι ο διαθέτης δήλωσε ότι περιέχει την διαθήκη του, γ) ότι στον φάκελο υπήρχε η υπογραφή του διαθέτη, δ) ότι η συμβολαιογράφος υπέγραψε και σφράγισε τον φάκελο και τον προσάρτησε στην πράξη, ε) ότι η συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες και κανένας άλλος ήταν παρόντες καθ’ όλη τη διάρκεια της πράξεως και στ) ότι η πράξη διαβάστηκε στο διαθέτη, παρουσία των μαρτύρων, τέλος δε η πράξη υπογράφηκε από το διαθέτη, τους μάρτυρες και την συμβολαιογράφο. Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι δεν τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις που ορίζει το άρθρο 1742 ΑΚ, δηλαδή η ως άνω συμβολαιογράφος δεν σημείωσε, ως όφειλε, επί του σφραγισμένου φακέλου που παραδόθηκε σε αυτήν το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη, ούτε η σημείωση υπογράφηκε από το διαθέτη και τους μάρτυρες, ενώ και η υπ’ αριθμόν ..., πράξη δεν βεβαίωνε ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις αυτές, αλλά ανέφερε μόνο ότι η συμβολαιογράφος υπέγραψε και σφράγισε τον φάκελο. Οι ελλείψεις, αυτές όμως δεν θεραπεύονται από την σύνταξη της προαναφερθείσας πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία εμπεριέχει τις υπογραφές του διαθέτη και των μαρτύρων. Συνακόλουθα, η διαθήκη είναι άκυρη και, δεδομένου ότι ο θανών, δεν κατέλειπε άλλη διαθήκη, εκτός από αυτήν, επέρχεται η εκ του νόμου κληρονομική διαδοχή δηλαδή ο θανών κληρονομείται από τους εγγυτέρους συγγενείς του σαν να μην υπήρχε ποτέ διαθήκη.

Αναστασία Χρ. Μήλιου

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 213-0338950, 6945-028153

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, www.legalaction.gr

fb: Αναστασία Μήλιου

 
 Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*
 
Τεράστια ανακούφιση για οφειλέτη του ΙΚΑ ο οποίος ξαφνικά και χωρίς να γνωρίζει τίποτα, έλαβε ατομική ειδοποίηση από το ΚΕΑΟ ότι οφείλει από αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις, το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο λόγω προσαυξήσεων ανερχόταν σε 60.000 ευρώ. 
Τα τελευταία χρόνια το ΙΚΑ ή ΕΦΚΑ αναζητά σε όλους τους φακέλους των ασφαλισμένων του , σφάλματα σε υπολογισμούς συντάξεων ώστε να μπορέσει να ζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ανεξαρτήτως αν το σφάλμα οφείλεται ή όχι σε δικό του λάθος.
Έτσι πολλοί είναι αυτοί που κάποια στιγμή, λαμβάνουν μια απόφαση του ΙΚΑ ΌΤΙ πρέπει να επιστρέψουν ένα ποσό στο ΙΚΑ το οποίο  μπορεί να είναι μικρό αλλά μπορεί να είναι και μεγάλο, ανάλογα με τα χρόνια, το ποσό και τις προσαυξήσεις.
Το ποσό αυτό είτε αναζητείται από το ΕΦΚΑ μέσω κατασχέσεων και δεσμεύσεων λογαριασμών ή γίνεται παρακράτηση από την καταβληθείσα σύνταξη.
Σε κάθε περίπτωση ο ασφαλισμένος θα πρέπει να προσφύγει άμεσα σε δικηγόρο ώστε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την προστασία της περιουσίας του αλλά και την μη καταβολή του ποσού.  
 Έτσι και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο ασφαλισμένος, μην έχοντας καμία άλλη επιλογή άσκησε ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης και εν συνεχεία αίτηση αναστολής με το επιχείρημα ότι οι οικονομικές του δυνατότητες δεν του επέτρεπαν να καταβάλει το επαχθέστατο αυτό ποσό ούτε καν με ρύθμιση, καθώς κάθε δόση αυτής ανερχόταν σε 5.000 ευρώ περίπου.
Το βασικότερο πρόβλημα στην υπό εξέταση περίπτωση ήταν ότι ο άνθρωπος αυτός είχε μια πολύ καλή εργασία και ελάμβανε καλό μισθό. Είχε δηλαδή υψηλά εισοδήματα, όχι όμως τόσο υψηλά που να του επιτρέπουν την καταβολή του προστίμου. 
Επιπλέον έγινε απολύτως κατανοητό στο δικαστήριο, ότι το πρόστιμο προήλθε από  την διαφορά της σύνταξης που λάμβανε με αυτήν που θα έπρεπε να λαμβάνει κανονικά. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι δεν παρανόμησε, ούτε απόκρυψε την εργασία του ώστε να μην χάσει την σύνταξη, αλλά το ίδιο το ΙΚΑ έκανε λάθος στα δεδομένα που είχε και του χορήγησε σύνταξη βασιζόμενο σε λάθος διατάξεις με αποτέλεσμα να λαμβάνει ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που εδικαιούτο. 
Το διοικητικό δικαστήριο της αναστολής έκανε κατ’αρχήν δεκτό το αίτημά του περί χορήγησης προσωρινής αναστολής και εν συνεχεία με την οριστική απόφασή του δέχθηκε την πλήρη αναστολή των εκτελεστικών μέτρων μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης της ανακοπής, η οποία θα γίνει σε λίγα χρόνια από τώρα. 
Μέχρι τότε, η αναστολή που κέρδισε, απαγορεύει στο δημόσιο να δεσμεύσει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς αλλά και να προχωρήσει σε κατάσχεση οποιουδήποτε κινητού ή ακίνητου περιουσιακού του στοιχείου. 
Εφόσον η ανακοπή γίνει δεκτή, τότε θα απαλλαγεί πλήρως από το συγκεκριμένο πρόστιμο. 
Η προθεσμία της ανακοπής και της αναστολής σε περίπτωση ατομικής ειδοποίησης από το ΚΕΑΟ είναι 30 ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής του έγγραφου. 
Προσοχή χρειάζεται ότι η απόφαση για τα αχρεωστήτως καταβληθέντα είναι του ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) διότι τότε θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνει πρώτα ένσταση στο ΕΦΚΑ και μετά εφόσον σας κοινοποιηθεί η απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής να προσφύγετε στο διοικητικό δικαστήριο με προσφυγή και αίτηση αναστολής ώστε να μην έχετε πρόβλημα με την κατάσχεση είτε ακινήτου ή τραπεζικού λογαριασμού. 
Είναι δηλαδή διαφορετική η διαδικασία όταν λαμβάνουμε ατομική ειδοποίηση του ΚΕΑΟ οπότε ασκούμε ανακοπή και αίτηση αναστολής και διαφορετικά όταν έχουμε απόφαση του ΕΦΚΑ (ΙΚΑ) διότι τότε πρέπει για να μην χάσουμε τα δικαιώματά μας να αμφισβητήσουμε την οφειλή, να ασκήσουμε πρώτα την ένσταση επί της πρωτοβάθμιας απόφασης και εν συνεχεία επί της δευτεροβάθμιας απόφασης να προσφύγουμε στο διοικητικό δικαστήριο και να καταθέσουμε προσφυγή και αίτηση αναστολής. 
Νομολογιακά, ευτυχώς για τους ασφαλισμένους οι προσφυγές όσον αφορά τα αχρεωστήτως καταβληθέντα γίνονται δεκτές στην πλειοψηφία τους, εκτός αν αποδειχθεί ότι υπάρχει δόλος του ασφαλισμένου και απόκρυψη στοιχείων που αν ήταν γνωστά, δεν θα εδικαιούτο σύνταξης.  
 
        ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ 
                ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ
              Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
         Τηλ. 6945-028153, 213-0338950
      e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
        www.legalaction.gr, fb: Αναστασία Μήλιου


Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Οι περισσότεροι δανειολήπτες είναι κάτοχοι ακινήτων. Τα ακίνητα αυτά, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία, που πολλές φορές οι κάτοχοι τους επιθυμούν να μεταβιβάσουν στα παιδιά τους με γονική παροχή ή ακόμα και να πωλήσουν σε τρίτους.
Εφόσον οι δανειολήπτες δεν έχουν εξοφλήσει το δάνειο τους προς την τράπεζα, είναι πιθανόν να μην δύνανται να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε τρίτους, χωρίς να κινδυνεύουν να εναχθούν από την τράπεζα για καταδολίευση δανειστών. Στην περίπτωση αυτή, η μεταβίβαση του ακινήτου ακυρώνεται και αν ο δανειολήπτης είναι υπερημέρος και έχει γίνει καταγγελία του δανείου του, η τράπεζα μπορεί να προχωρήσει σε εκποίηση του ακινήτου που έχει μεταβιβάσει.
 Ποιες όμως είναι οι προϋποθέσεις για την διάρρηξη της δικαιοπραξίας;
Η δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Ειδικότερα, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, για παράδειγμα κατά την μεταβίβαση ακινήτου με δωρεά, η οποία σε γνώση του δηλούντος (π.χ. δωρητή) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά σκοπός αυτής είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, (π.χ. η δωρεά του ακινήτου σε άλλον), χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής (δηλ. το ακίνητο στην πράξη εξακολουθεί να του ανήκει). Σε αυτή δε την περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος δηλαδή τον δωρεοδόχο.
Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη της ο δόλος του οφειλέτη στρεφόμενος κατά των δανειστών του ή γενικότερα πρόθεση εξαπατήσεως  κάποιου τρίτου,  αλλά  ούτε  και  η  ύπαρξη  απαιτήσεως προγενέστερη της εικονικής εκποιήσεως. Η κατά τα ως άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον. Έτσι οι τρίτοι, ιδίως οι δανειστές του δηλώσαντος, για τυχόν παραπλάνηση των οποίων καταρτίσθηκε η δικαιοπραξία αυτή, έχουν συμφέρον να αποκαλύψουν την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, προκειμένου να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε εικονικά, αφού τούτο δεν έπαψε να ανήκει στον τελευταίο, χωρίς να είναι αναγκαίο η απαίτηση τους να ανάγεται στο χρόνο καταρτίσεως της εικονικής δικαιοπραξίας ή της μεταγραφής αυτής ή σε προγενέστερο αυτού χρόνο, ούτε η καταρτισθείσα εικονική δικαιοπραξία να απέβλεπε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησης τους.
Περαιτέρω, για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων:
α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση (=μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου)
β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου,
 γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών,
δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και
ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.
Μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως, περιλαμβάνεται και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.
Στην εξεταζομένη περίπτωση, η τράπεζα ισχυρίζεται, ότι χορήγησε δάνειο 25.000 ευρώ. Το 2009  το δάνειο εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 26.749,10 ευρώ, κατήγγειλε το δάνειο και κάλεσε με σχετική επιστολή τόσο τον πιστούχο όσο και την εγγυήτρια να το εξοφλήσουν, εντόκως. Στη συνέχεια εκδόθηκε  διαταγή πληρωμής, που κοινοποιήθηκε και στην πρώτη εναγομένη με την κάτω από αυτή επιταγή προς εκτέλεση, με αποτέλεσμα, πέραν της ως άνω απαίτησης να της οφείλει συνολικά το ποσό των 27.860,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την εξόφληση.
Την 24.4.2007, ενώ είχε γεννηθεί η ως άνω αξίωση της, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω γονικής στην δεύτερη εναγομένη - τέκνο της,  την ψιλή κυριότητα μίας αποθήκης, μίας θέσης στάθμευσης και της κατοικίας τα οποία είχαν κατά το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαίου εμπορική αξία 12.000 ευρώ, 6.000 ευρώ και 72.000 ευρώ αντίστοιχα. Ότι περαιτέρω την 4.6.2008, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην τρίτη εναγομένη - τέκνο της, την πλήρη κυριότητα άλλου ακινήτου που είχε κατά το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαίου εμπορική αξία 110.000 ευρώ. Η τράπεζα ισχυρίστηκε ότι αμφότερες οι ανωτέρω δικαιοπραξίες γονικής παροχής και πωλήσεως είναι άκυρες ως εικονικές διότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιδίωκαν την παραγωγή των εννόμων συνεπειών των συμβάσεων αυτών και δη δεν επεδίωκαν τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και της πλήρους κυριότητας αντίστοιχα των ανωτέρω ακινήτων από τη πρώτη εναγομένη στη δεύτερη και τρίτη αντίστοιχα, αλλά καταρτίστηκαν εν γνώσει τους φαινομενικώς. Ότι, επικουρικά, η  πρώτη εναγομένη προέβη  στην  μεταβίβαση των  προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων της από χαριστική αιτία, καθώς και στην περίπτωση της δεύτερης   μεταβίβασης δεν υπήρξε πράγματι πώληση, αλλά υποκρυπτόταν δωρεά, έχοντας ως σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της ανωτέρω ληξιπρόθεσμης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, απαίτησης της ενάγουσας, καθόσον αυτή στερείται οποιασδήποτε άλλης εμφανούς περιουσίας, η οποία να επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί κυρίως να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ως άνω δικαιοπραξιών λόγω εικονικότητας και να υποχρεωθούν η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων να επιστρέψουν στην πρώτη εξ' αυτών τα εν λόγω ακίνητα προκειμένου να επανέλθουν αυτά στην περιουσία της τελευταίας. Επικουρικά δε ζητεί να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη των ανωτέρω μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών των δικών της συμφερόντων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση τους, ώστε να μπορέσει να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση επί των ως άνω ακινήτων προς ικανοποίηση της προαναφερόμενης αξίωσης της εναντίον της πρώτης των εναγομένων. Τέλος ζητεί να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της.
Όμως, οι ως άνω συμβάσεις δεν καταρτίστηκαν φαινομενικά, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά υπήρξε αληθινή πρόθεση προς μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και της πλήρους  κυριότητας των εν λόγω ακινήτων από την πρώτη εναγομένη προς τη δεύτερη και τρίτη, ήτοι υπήρξε πραγματική βούληση των συμβαλλομένων προς μεταβολή της νομικής κατάστασης των εν λόγω ακινήτων. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί εικονικότητας των ανωτέρω μεταβιβάσεων και ότι η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων ήταν να μην αποξενωθεί στην πραγματικότητα η πρώτη εναγομένη από την κυριότητα και διαχείριση των ακινήτων αυτών δεν κρίνεται βάσιμος. Ειδικότερα όσον αφορά την πρώτη εκ των παραπάνω συμβάσεων με την οποία μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη η ψιλή κυριότητα των ακινήτων λόγω γονικής παροχής, αποδείχθηκε ότι αυτή έλαβε χώρα σε εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος προς την κόρη της και προς ενίσχυση της αυτοτέλειας της, ενόψει του ότι κατά το χρόνο κατάρτισης αυτής ήταν 20 ετών και είχε αρχίσει να εργάζεται, ενώ σήμερα έχει ήδη δημιουργήσει την δική της οικογένεια. Μάλιστα, ο χρόνος κατά τον οποίο καταρτίστηκε η ως άνω συμβολαιογραφική πράξη θεωρήθηκε κατάλληλος ενόψει του ότι υπήρχε ιδιαιτέρως ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση σε πράξεις γονικής παροχής. Εξάλλου, το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη παρακράτησε για τον εαυτό της την επικαρπία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, το οποίο είναι σύνηθες στη συναλλακτική πρακτική σε αντίστοιχες πράξεις, καταδεικνύει την πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων προς μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας των εν λόγω ακινήτων προς την δεύτερη εναγομένη κόρη της. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν επεδίωκαν να φέρεται τυπικά μόνο η τελευταία ως ιδιοκτήτρια αυτών με μοναδικό σκοπό να μη δύνανται οι δανειστές της πρώτης εναγομένης να ικανοποιηθούν από την περιουσία της, τότε η τελευταία θα είχε προβεί σε μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των εν λόγω ακινήτων, ώστε να μην υφίσταται φαινομενικά κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομα της. Περαιτέρω, όσον αφορά την δεύτερη εκ των παραπάνω συμβάσεων με την οποία μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη τρίτη εναγομένη η πλήρης κυριότητα διαμερίσματος αποδείχθηκε ότι αυτή έλαβε χώρα πράγματι λόγω πωλήσεως καθώς υπήρξε καταβολή από την αγοράστρια, τρίτη εναγομένη, τιμήματος για την αγορά του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Συγκεκριμένα η τελευταία την 11.4.2008 έλαβε επ' ονόματι της δάνειο για την αγορά και αποπεράτωση της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, ύψους 104.000 ευρώ με προσημείωση υποθήκης επ' αυτής.
Το γεγονός ότι το τίμημα της ως άνω πωλήσεως δεν εισπράχθηκε απευθείας από την πωλήτρια πρώτη εναγομένη αλλά καταβλήθηκε απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό προς εξόφληση δανείου, που είχε λάβει η τελευταία, δεν ανατρέπει τα ανωτέρω αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει την ύπαρξη τιμήματος και το ότι υπήρξε πράγματι πρόθεση των συμβαλλομένων για μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας του εν λόγω ακινήτου από την πρώτη στην τρίτη εναγομένη. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των άνω μεταβιβάσεων λάμβαναν χώρα καταβολές στο λογαριασμό που εξυπηρετούσε τη σύμβαση πίστωσης μεταξύ της ενάγουσας και του οφειλέτη, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις η πρόθεση να αποξενωθεί η πρώτη εναγομένη μόνο φαινομενικά από τα άνω ακίνητα της προκειμένου να μην ικανοποιηθούν οι δανειστές της αλλά αντίθετα υπήρχε βούληση επέλευσης των συνεπειών που συνεπάγεται εκάστη των εν λόγω μεταβιβάσεων. Μετά τις παραδοχές αυτές η αγωγή κατά την κύρια βάση της (εικονικότητα) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
 
Αναστασία Χρ. Μήλιου
Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 213-0338950,  6945-028153
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr
fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

 

Σε ατομική επιχείρηση επιβλήθηκε πρόστιμο 40.000 ευρώ περίπου για 4 υπαλλήλους οι οποίοι δεν ήταν δηλωμένοι στον πίνακα προσωπικού κατά την ημέρα του

ελέγχου.

Ο εργοδότης δεν προσέφυγε ως όφειλε, εμπρόθεσμα ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου με προσφυγή λόγω σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε

εκείνη την περίοδο.

Ο εργοδότης απασχολούσε στην επιχείρησή του μόνιμα από 2-4 άτομα προσωπικό. Η επιχείρηση παρουσίαζε ζημία τα τελευταία έτη, αλλά ο ίδιος διέθετε σημαντική

ακίνητη περιουσία και εισόδημα εξ αυτής ύψους 2.100 ευρώ.

Το ΚΕΑΟ είχε προχωρήσει σε εντολή κατάσχεσης της περιουσίας του εργοδότη για την είσπραξη του προστίμου που με τις προσαυξήσεις άγγιζε τις 40.000 ευρώ και ο

εργοδότης κατέβαλε τμηματικά πριν την άσκηση της εκπρόθεσμης προσφυγής το ποσό των 14.000 ευρώ.

Η προσφυγή κατά του προστίμου της αδήλωτης εργασίας κατατέθηκε τελικά 1 ½ χρόνο μετά την επιβολή του, γεγονός που έκανε εξαιρετικά δύσκολη την πιθανότητα

να γίνει δεκτή τόσο η προσφυγή όσο και η αναστολή που ήταν το επείγον της υπόθεσης.

Βασικό επιχείρημα για την αποδοχή της αίτησης αναστολής ήταν ότι έχει ήδη πληρωθεί ένα μεγάλο μέρος του προστίμου ήτοι ποσό 14.000 ευρώ.

 

Το δικάσαν την αναστολή δικαστήριο έλαβε υπ’όψιν του και έκανε δεκτούς τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας που επικαλέστηκε ο εργοδότης και εν συνεχεία

εξέτασε το αίτημα της αναστολής.

Δέχτηκε η δικαστική απόφαση ότι όλο το εισόδημα του εργοδότη προέρχεται από την ακίνητη περιουσία του και διατίθεται για την κάλυψη τόσο των προσωπικών του

αναγκών όσο και για την λειτουργία της επιχείρησης και την πληρωμή των υπαλλήλων που απασχολούνται σε αυτό.

Το γεγονός ότι η προσφυγή και η αίτηση αναστολής ασκήθηκαν ενάμιση χρόνο μετά τον έλεγχο και ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, καταβλήθηκε ποσό 14.000

ευρώ, δεν επηρέασε αρνητικά την έκβαση της υπόθεσης. Ούτε το γεγονός ότι υπήρχε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Αντιθέτως το δικάσαν διοικητικό δικαστήριο θεώρησε

ότι ικανοποιήθηκε εν μέρει το δημόσιο με την είσπραξη των 14.000 ευρώ. Από την άλλη έκρινε ότι η καταβολή και του υπόλοιπου ποσού του προστίμου δεν ήταν

δυνατή για τον εργοδότη χωρίς να στερηθεί ο ίδιος τα μέσα βιοπορισμού του και συνεπώς χωρίς να υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη.

 

Με το σκεπτικό αυτό δέχθηκε να ανασταλεί κάθε εκτελεστική διαδικασία όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό του προστίμου 24.000 ευρώ περίπου μέχρι την έκδοση

οριστικής απόφασης επί της προσφυγής.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Με την διάταξη του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, που αφορά τη «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α'130/3-8-2010), ορίζεται ότι: «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα κι έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης ενώ  απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του μπορεί να γίνει μόνο μία φορά.
Ακολούθως, η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.ά.), αποτέλεσαν παράγοντες που - δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης - συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών, τα οποία - αδυνατώντας στη συνέχεια να αποπληρώνουν τα χρέη τους - υπέστησαν και υφίστανται τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειες της. Προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί το πραγματικό - ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο - πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός συγχρόνου κοινωνικού κράτους δικαίου, θεσπίστηκαν οι διατάξεις αυτοΰ του νόμου.
     Για να υπαχθεί οφειλέτης στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, πρέπει χωρίς δόλο να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ωστόσο, η αδυναμία  πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών ως προϋπόθεση ρύθμισης των οφειλών του, κατά την κρίση του δικαστηρίου δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματα του δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του. Η εξόφληση των πιστωτών με αδυναμία ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η διατήρηση ενός στοιχειώδους επιπέδου αντιμετώπισης των οφειλετών επιβάλλουν να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που δύναται να ικανοποιήσει των σύνολο των οφειλών του αν διαθέσει το σύνολο των εισοδημάτων του αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένεια του. Και αυτό το πρόσωπο βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης, αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμα και της επιβίωσης του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το σκοπό αλλά και το γράμμα του ν. Κατσέλη. Συνεπώς η αδυναμία πρέπει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη. Στη ρύθμιση των οφειλών υπάγονται και οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεολυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προς τους δημοσίους υπαλλήλους κάθε  δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστού μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του (μισθός),  το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα είναι κατώτερο του ποσοστού των 6/10, καθότι ο οφειλέτης ευρισκόμενος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, και φέροντας στο Δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη του, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής προς το εν λόγω Ταμείο, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης θα καθορίζεται ποσοστό μικρότερο των 6/10. Το ότι παρέχεται στους δανειολήπτες του εν λόγω ταμείου, με βάση το καταστατικό του, η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους και καθορίζονται οι όροι της εν λόγω ρύθμισης, σύμφωνα με τους οποίους το Διοικητικό Συμβούλιο του εν λόγω Ταμείου αποφασίζει τους όρους ρύθμισης δεν αποκλείει την προκείμενη ρύθμιση του ν. 3869/2010, καθότι κατά την πρώτη προβλέπεται μια ρύθμιση των μελών του ταμείου με απόφαση του Δ.Σ., ενώ στην προκείμενη προβλέπεται ρύθμιση, η οποία είναι απότοκος δικαστικής κρίσης. Σε κάθε δε περίπτωση η εξαίρεση του εν λόγω ταμείου, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, καθότι οι δανειολήπτες του εν λόγω ταμείου σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων θα στερούνταν αναιτιολόγητα των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010.
Με την κρινόμενη αίτηση τους, οι αιτούντες επικαλούμενοι ότι έχουν έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, εκθέτουν ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημα τους έχουν μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητούν α) να ρυθμισθούν οι οφειλές τους σε τρία-πέντε έτη και β) να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πρώτη τους κατοικία.
Είναι έγγαμοι και έχουν δύο τέκνα. Ο α αιτών ανήκει στο διοικητικό προσωπικό του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ και ο καθαρός μηνιαίος μισθός του τον μήνα Ιούνιο του 2016 ανέρχεται στο ποσό των 1.011,74 ευρώ, από το οποίο όμως παρακρατείται το ποσό των 263,32 ευρώ από το ΤΠΔ και επομένως το καθαρό ποσό που του αποδίδεται ανέρχεται στα 748,42 ευρώ. Η β’ αιτούσα μέχρι το έτος 2013 εργαζόταν πλην όμως το έτος 2013 απολύθηκε και έκτοτε είναι άνεργη. Επίσης η ως άνω θυγατέρα των αιτούντων είναι άνεργη. Το  ετήσιο εισόδημα για τον α' αιτούντα ανέρχεται στο ποσό των 16.430,17 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και για την β' αιτούσα στο ποσό των 10.645,02 επίσης από μισθωτές υπηρεσίες.
Επίσης η β' αιτούσα διαγνώσθηκε με καρκίνο στον δεξιό μαστό, υποβλήθηκε σε μερική μαστεκτομή και σε ακτινοθεραπείες, μέχρι δε και σήμερα υποβάλλεται σε ενδοκρινή αγωγή. Οι ανωτέρω έχουν περιέλθει χωρίς δική τους υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνουν τις παρακάτω αναφερόμενες ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους.
Περαιτέρω, οι αιτούντες διαθέτουν τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών μία κατοικία που αποτελεί την οικογενειακή στέγη των αιτούντων, η δε αντικειμενική της αξία ορίζεται στα 48.406,71 ευρώ. Επίσης ο α αιτών έχει στην κυριότητα τοι ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο εμπορικής αξίας 800,00 ευρώ. Το περιουσιακό αυτό στοιχείο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας του α' αιτούντος, μετά την αφαίρεση και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας καθ’ όσον πρόκειται για όχημα παλαιότητας 20 ετών με πολύ μικρή εμπορική αξία. Επίσης η β αιτούσα είναι κυρία α) ποσοστού 50 % εξ αδιαιρέτου σε τεμάχιο οικοπέδου καθώς και κατοικίας η οποία έχει κτισθεί επί του ανωτέρω το έτος 1995. Στην ανωτέρω οικία διαμένουν οι γονείς της β αιτούσας η δε αντικειμενική αξία του ανωτέρω ποσοστού της εξ αδιαιρέτου ανέρχεται στα 22.711,20 ευρώ. Το ανωτέρω ακίνητο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η δε εμπορική του αξία, ισούται με την ανωτέρω αντικειμενική του αξία είναι σχετικά μικρή. Β) ποσοστού 50 % εξ αδιαιρέτου σε τεμάχιο οικοπέδου η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στα 162,00 ευρώ. Το ανωτέρω ακίνητο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η δε εμπορική του αξία, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου ισούται με την ανωτέρω αντικειμενική του αξία είναι ελάχιστη γ) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εμπορικής αξίας 3.000,00 ευρώ. Το περιουσιακό αυτό στοιχείο δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα την ικανοποίηση της πιστώτριας της β' αιτούσας, μετά την αφαίρεση εξόδων της σχετικής διαδικασίας καθ’ όσον πρόκειται για όχημα παλαιότητας 11 ετών με σχετικά μικρή εμπορική αξία.
 Πιστωτής των αιτούντων είναι το «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ» από σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου οι αιτούντες οφείλουν το συνολικό ποσό των 46.696,96 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης της  Α' κατοικίας, συγκυριότητας των αιτούντων. Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω δανείου ο α αιτών εκχώρησε, μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του, ως και τα δικαιώματά του επί της κύριας και επικουρικής συντάξεως του. Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό του α’ αιτούντος το ποσό των 26.232 ευρώ μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθ. 5 παρ.2 ν.3869/2010 επί της κύριας αιτήσεως του. Συνεπεία της συμβάσεως αυτής (εκχώρησης - παρακράτησης) αφενός μεν κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως η οφειλή των αιτούντων ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου δε ο α' αιτών κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ελάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 728,46 ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε τους αιτούντες, τους περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ’ όσον με το υπόλοιπο του μισθού του α’ αιτούντος, που ανέρχονταν στο ανωτέρω ποσό, το οποίο κατ’ αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των αιτούντων, αδυνατούσαν οι ανωτέρω να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 910,00 ευρώ. Κατά συνέπεια, λοιπόν, το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών των αιτούντων, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ’ όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής των αιτούντων από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής τους, αδυναμία τους ως και την διακινδύνευση της διατροφής τους. Κατά συνέπεια, λοιπόν, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής που δεν οφείλεται σε δόλο, υπό εκπλήρωση της παροχής τους, το υπόλοιπο του δεν εξασφάλιζε το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσης τους.
Περαιτέρω τα μηνιαία εισοδήματα για τον α αιτούντα ανέρχονται στο μηνιαίο ποσό των 1.010,00 ευρώ για δε την β αιτούσα είναι μηδενικά, το δε ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων διαβίωσης εκτεθέντα συντρέχουν συμπλεκτικά οι θετικές και ελλείπουν οι αρνητικές προϋποθέσεις στα πρόσωπα των αιτούντων για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση περί καταβολής μηδενικών μηνιαίων δόσεων για τα επόμενα τρία έτη. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών εν όψει, της ηλικίας του α αιτούντος και του ύψους της οφειλής του θα πρέπει να ορισθούν επί τριετία καταβάλλοντος ο ανωτέρω μηνιαία το ποσό των 100 ευρώ, ποσό που εκτιμάται ότι βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες. Με τις παραπάνω καταβολές θα έχει καταβάλλει επί μία τριετία το ποσό των 3.600 ευρώ, Το συνολικό ποσό των οφειλών των αιτούντων προς το ΝΠΔΔ ανέρχεται σε 46.696,96 ευρώ. Το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής των αιτούντων μετά τις καταβολές επί τριετία από τον α αιτούντα θα ανέρχεται στο ποσό των 43.096,96 ευρώ (46.696,96 -3.600). Έτσι, πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση του δικαιώματος κυριότητας της κύριας κατοικίας συγκυριότητας των αιτούντων, για την οποία θα πρέπει να καταβάλλουν το 80% της αντικειμενικής της αξίας δηλ. το ποσό των 38.725,36 ευρώ (48.406,71 Χ 80%).
Επομένως, έκαστος των αιτούντων θα πρέπει να καταβάλλει το ποσό των 19.362,68 ευρώ. Η καταβολή θα ξεκινήσει τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να ορισθεί σε 20 χρόνια και 240 μηνιαίες δόσεις, ποσού 80,67 ευρώ για κάθε έναν από τους αιτούντες, λαμβανομένων υπ’ όψη της ηλικίας τους και της οικονομικής τους δυνατότητας. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.  Αναστασία Χρ. Μήλιου
Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 213-0338950,  6945-028153
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr
fb: Αναστασία Μήλιου

More Articles ...

e horos logo